Η Ευρώπη μπαίνει στον χειμώνα του 2026 σε πολύ διαφορετική θέση από εκείνη της ενεργειακής κρίσης του 2022. Έχει περισσότερες υποδομές LNG, περισσότερους προμηθευτές, χαμηλότερη κατανάλωση φυσικού αερίου και ένα ενεργειακό σύστημα που έχει μάθει να λειτουργεί χωρίς την παλιά εξάρτηση από τις ρωσικές ροές.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο κίνδυνος έχει εξαφανιστεί.
Η Γερμανία, η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης, εισέρχεται στην περίοδο υψηλής κατανάλωσης με τις αποθήκες φυσικού αερίου γεμάτες μόλις κατά περίπου 57% – ιστορικά χαμηλό επίπεδο για τα τέλη Σεπτεμβρίου και αισθητά χαμηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι αποθήκες βρίσκονται περίπου στο 70%, γύρω στις 12 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερα από την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους.
Η εικόνα δεν δείχνει ότι η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε άμεση έλλειψη φυσικού αερίου. Δείχνει όμως ότι εισέρχεται στον χειμώνα με μικρότερο περιθώριο ασφαλείας και με μεγαλύτερη έκθεση στις διεθνείς αγορές.
Και αυτή τη φορά το μεγάλο ερώτημα ίσως να μην είναι εάν θα υπάρχει φυσικό αέριο.
Είναι πόσο θα κοστίζει η εξασφάλισή του.
Η Γερμανία στο επίκεντρο
Η κατάσταση στη Γερμανία αποτελεί ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα της νέας ευρωπαϊκής πραγματικότητας.
Παρά το χαμηλό επίπεδο αποθήκευσης, ο διευθύνων σύμβουλος της γερμανικής εταιρείας εισαγωγής φυσικού αερίου VNG, Ulf Heitmüller, εκτιμά ότι δεν υπάρχει άμεσος κίνδυνος για την ασφάλεια εφοδιασμού.
Ο λόγος είναι ότι το γερμανικό σύστημα έχει αλλάξει σημαντικά από το 2022.
Η χώρα διαθέτει πλέον μεγαλύτερη πρόσβαση σε LNG και έχει διευρύνει τις πηγές από τις οποίες προμηθεύεται φυσικό αέριο. Η VNG, για παράδειγμα, εισάγει φυσικό αέριο από τη Νορβηγία, ενώ έχει προχωρήσει σε συμφωνίες που ενισχύουν τη διαφοροποίηση των προμηθειών της.
Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο επίτευγμα της Ευρώπης μετά την προηγούμενη ενεργειακή κρίση: η εξάρτηση δεν εξαφανίστηκε, αλλά έγινε περισσότερο διαφοροποιημένη.
Από τη Ρωσία στο παγκόσμιο LNG
Πριν από το 2022, ένα μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής ενεργειακής ασφάλειας βασιζόταν στους αγωγούς και στις σχετικά προβλέψιμες ροές φυσικού αερίου από τη Ρωσία.
Η κατάρρευση αυτού του μοντέλου ανάγκασε την Ευρώπη να στραφεί πολύ πιο επιθετικά στο υγροποιημένο φυσικό αέριο.
Νέες υποδομές δημιουργήθηκαν, η δυνατότητα εισαγωγής LNG αυξήθηκε και οι Ηνωμένες Πολιτείες απέκτησαν πολύ μεγαλύτερο ρόλο στον ευρωπαϊκό εφοδιασμό.
Το αποτέλεσμα είναι ένα πιο ευέλικτο σύστημα.
Αλλά η ευελιξία έχει και τίμημα.
Το LNG αποτελεί παγκόσμιο εμπόρευμα. Ένα φορτίο που μπορεί να κατευθυνθεί προς την Ευρώπη μπορεί, υπό διαφορετικές συνθήκες τιμών, να καταλήξει στην Ασία ή σε άλλη αγορά.
Η Ευρώπη επομένως δεν ανταγωνίζεται πλέον μόνο για πρόσβαση σε συγκεκριμένους αγωγούς. Ανταγωνίζεται σε μια παγκόσμια αγορά για διαθέσιμα φορτία φυσικού αερίου.
Το Στενό του Ορμούζ επιστρέφει στην ευρωπαϊκή εξίσωση
Σε αυτό το νέο μοντέλο, γεγονότα χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες μπορούν να επηρεάσουν άμεσα τις τιμές ενέργειας.
Η αναταραχή στη Μέση Ανατολή και οι περιορισμοί στις ροές μέσω του Στενού του Ορμούζ έχουν επαναφέρει στο προσκήνιο έναν από τους σημαντικότερους ενεργειακούς διαδρόμους στον κόσμο.
Υπό κανονικές συνθήκες, περίπου το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου και LNG διέρχεται από το Στενό του Ορμούζ.
Για μια Ευρώπη που εξαρτάται πλέον σε μεγάλο βαθμό από τις διεθνείς αγορές LNG, η ασφάλεια αυτών των θαλάσσιων διαδρομών δεν είναι ένα μακρινό γεωπολιτικό ζήτημα.
Είναι μέρος της δικής της ενεργειακής ασφάλειας.
Η προειδοποίηση των Βρυξελλών
Η ανησυχία έχει ήδη φτάσει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Ο Επίτροπος Ενέργειας Dan Jørgensen προειδοποίησε τις κυβερνήσεις των κρατών-μελών ότι η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια κρίση τιμών που συνδέεται με τις πιέσεις στην προσφορά.
Η προειδοποίηση είναι σημαντική γιατί η ΕΕ δεν βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με άμεση φυσική έλλειψη φυσικού αερίου.
Το πρόβλημα βρίσκεται ένα βήμα πριν από αυτό.
Εάν οι διεθνείς προμήθειες παραμείνουν περιορισμένες και ο ανταγωνισμός για LNG ενταθεί, η Ευρώπη θα πρέπει να πληρώνει περισσότερο για να προσελκύει φορτία.
Οι υψηλές τιμές μπορούν στη συνέχεια να περάσουν στην ηλεκτρική ενέργεια, στη βιομηχανία και τελικά στην ευρύτερη οικονομία.
Γι’ αυτό οι Βρυξέλλες έχουν καλέσει τις χώρες να εξετάσουν μέτρα που θα μπορούσαν να περιορίσουν τη ζήτηση φυσικού αερίου και ηλεκτρισμού εφόσον χρειαστεί.
Το 70% αλλάζει τη χειμερινή εξίσωση
Το γεγονός ότι οι ευρωπαϊκές αποθήκες βρίσκονται περίπου στο 70% δεν σημαίνει από μόνο του ότι επίκειται ενεργειακή κρίση.
Αλλά σημαίνει ότι η Ευρώπη διαθέτει μικρότερο αποθηκευμένο «μαξιλάρι» σε σχέση με προηγούμενες χρονιές.
Η πραγματική εικόνα του χειμώνα θα εξαρτηθεί από έναν συνδυασμό παραγόντων:
τη θερμοκρασία και τη διάρκεια του χειμώνα, τη διαθεσιμότητα LNG, τις διεθνείς τιμές, τις ροές από τη Νορβηγία και άλλους προμηθευτές, την κατάσταση στη Μέση Ανατολή και τη ζήτηση φυσικού αερίου από την ευρωπαϊκή βιομηχανία.
Ένας ήπιος χειμώνας μπορεί να περιορίσει σημαντικά την πίεση.
Ένας παρατεταμένος ψυχρός χειμώνας, αντίθετα, θα μπορούσε να αυξήσει γρήγορα την κατανάλωση και να αναγκάσει την Ευρώπη να αναζητήσει περισσότερα φορτία LNG στη διεθνή αγορά.
Ενεργειακή ασφάλεια δεν σημαίνει μόνο επάρκεια
Εδώ βρίσκεται ίσως και το σημαντικότερο μάθημα της σημερινής κατάστασης.
Για χρόνια, η ενεργειακή ασφάλεια αντιμετωπιζόταν κυρίως ως ζήτημα επάρκειας: υπάρχει αρκετό φυσικό αέριο ή όχι;
Μετά το 2022, όμως, η εξίσωση είναι διαφορετική.
Μια χώρα μπορεί να έχει πρόσβαση σε επαρκείς ποσότητες ενέργειας και ταυτόχρονα να βρίσκεται αντιμέτωπη με σοβαρό οικονομικό πρόβλημα εάν το τίμημα αυτής της ενέργειας είναι υπερβολικά υψηλό.
Αυτό αφορά ιδιαίτερα την ευρωπαϊκή βιομηχανία.
Οι ενεργοβόρες επιχειρήσεις ανταγωνίζονται εταιρείες σε οικονομίες όπου η ενέργεια μπορεί να είναι φθηνότερη. Έτσι, ένα παρατεταμένο ενεργειακό premium στην Ευρώπη δεν επιβαρύνει μόνο τους λογαριασμούς.
Μπορεί να επηρεάσει επενδύσεις, παραγωγή και τη μακροπρόθεσμη ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Πιο ασφαλής από το 2022, αλλά όχι ανεξάρτητη
Η Ευρώπη έχει κάνει σημαντικά βήματα μέσα σε τέσσερα χρόνια.
Έχει αυξήσει την πρόσβασή της στο LNG, έχει περιορίσει την κατανάλωση φυσικού αερίου και έχει διαφοροποιήσει τις πηγές προμήθειας.
Το σύστημα είναι επομένως περισσότερο ανθεκτικό σε μια διακοπή από έναν συγκεκριμένο προμηθευτή.
Υπάρχει όμως μια ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στη διαφοροποίηση και την ενεργειακή ανεξαρτησία.
Η ΕΕ εξακολουθεί να εισάγει περίπου το 80% του φυσικού αερίου που χρειάζεται. Αυτό σημαίνει ότι παραμένει εκτεθειμένη στις διεθνείς τιμές, στις γεωπολιτικές κρίσεις, στις θαλάσσιες διαδρομές και στον παγκόσμιο ανταγωνισμό για LNG.
Ο κίνδυνος λοιπόν δεν εξαφανίστηκε.
Μετακινήθηκε.
Ο χειμώνας του 2026 δεν είναι επανάληψη του 2022.
Τότε, το βασικό πρόβλημα της Ευρώπης ήταν η απότομη απώλεια ενός κυρίαρχου προμηθευτή. Σήμερα διαθέτει περισσότερες επιλογές και ένα πολύ πιο διαφοροποιημένο σύστημα.
Όμως αυτή η διαφοροποίηση έχει μεταφέρει μεγαλύτερο μέρος της ενεργειακής ασφάλειας της Ευρώπης στην παγκόσμια αγορά LNG.
Και αυτό δημιουργεί μια νέα εξάρτηση: από τις διεθνείς τιμές, τα διαθέσιμα φορτία και τη σταθερότητα κρίσιμων θαλάσσιων διαδρομών.
Γι’ αυτό το πραγματικό ερώτημα για τον φετινό χειμώνα δεν είναι μόνο εάν η Ευρώπη θα έχει αρκετό φυσικό αέριο.
Είναι εάν θα μπορέσει να το εξασφαλίσει χωρίς μια νέα ενεργειακή επιβάρυνση για επιχειρήσεις, βιομηχανία και καταναλωτές.
Η Ευρώπη είναι καλύτερα προετοιμασμένη από το 2022. Η ενεργειακή της ασφάλεια, όμως, εξακολουθεί να έχει τιμή.