Η ταυτόχρονη άνοδος των μακροπρόθεσμων αποδόσεων στις μεγαλύτερες αγορές του κόσμου παύει να μοιάζει με μια σύντομη διόρθωση. Με το κόστος χρήματος σε υψηλά δεκαετιών, το ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο πόσο θα χάσουν οι κάτοχοι ομολόγων, αλλά αν η πίεση μπορεί να μετατραπεί σε επεισόδιο χρηματοπιστωτικής αστάθειας.
Η απόδοση του αμερικανικού ομολόγου 30 ετών κινήθηκε γύρω στο 5,3%, το υψηλότερο επίπεδο από τον Ιούνιο του 2007. Στην Ιαπωνία, η αντίστοιχη απόδοση έφθασε περίπου στο 4,1%, κοντά σε ιστορικό υψηλό. Στη Γαλλία ανέβηκε στο 4,9%, επίπεδο που είχε να εμφανιστεί από το 2008, στη Γερμανία στο 3,7% και στη Βρετανία κοντά στο 5,8%.
Οι αριθμοί φέρνουν αναπόφευκτα συγκρίσεις με την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση. Η σύγκριση, όμως, χρειάζεται ακρίβεια: η σημερινή αναταραχή ξεκινά από τη διάρκεια, την τεράστια προσφορά κρατικού και εταιρικού χρέους και την αβεβαιότητα για τον πληθωρισμό. Το 2008 ξεκίνησε από πιστωτικές απώλειες, τιτλοποιημένα στεγαστικά προϊόντα και αφερεγγυότητα σε υπερμοχλευμένους ισολογισμούς.
- Το αμερικανικό 30ετές έφθασε περίπου στο 5,3%, υψηλό από το 2007.
- Οι μακροπρόθεσμες αποδόσεις βρίσκονται σε υψηλά δεκαετιών σε ΗΠΑ, Ιαπωνία, Γαλλία, Γερμανία και Βρετανία.
- Το sell-off τροφοδοτούν το ακριβό πετρέλαιο, οι δημοσιονομικές ανάγκες, η έκδοση χρέους και ο δανεισμός για υποδομές AI.
- Η σημερινή πίεση δεν αποτελεί ακόμη επανάληψη του 2008, επειδή δεν έχει εμφανιστεί γενικευμένη πιστωτική αφερεγγυότητα.
- Το κρίσιμο σημείο θα είναι αν οι απώλειες προκαλέσουν margin calls, αναγκαστικές πωλήσεις και πάγωμα της ρευστότητας στις αγορές κρατικών τίτλων.
Γιατί οι αποδόσεις ανεβαίνουν παρά τα πιο αδύναμα στοιχεία
Σε μια συνηθισμένη συγκυρία, ασθενέστερη κατανάλωση, χειρότερα στοιχεία απασχόλησης ή ηπιότερος πληθωρισμός θα οδηγούσαν τους επενδυτές προς τα κρατικά ομόλογα και θα πίεζαν τις αποδόσεις χαμηλότερα. Αυτή τη φορά, οι αποδόσεις της μεγάλης διάρκειας συνέχισαν να αυξάνονται.
Το μήνυμα είναι ότι η αγορά δεν τιμολογεί μόνο το επόμενο βήμα των κεντρικών τραπεζών. Ζητά υψηλότερη αποζημίωση για να δεσμεύσει κεφάλαια επί δεκαετίες, καθώς αυξάνονται οι δημοσιονομικές ανάγκες, το χρέος και ο κίνδυνος νέων πληθωριστικών σοκ.
Η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή και η επιστροφή του πετρελαίου πάνω από τα $90 ενίσχυσαν την κίνηση. Δεν την δημιούργησαν, όμως, από το μηδέν. Τα κράτη δανείζονται περισσότερο για άμυνα, γήρανση του πληθυσμού, ενεργειακές υποδομές και κοινωνικές δαπάνες. Ταυτόχρονα, οι τεχνολογικοί όμιλοι και οι developers data centers αντλούν τεράστια κεφάλαια για την AI, ανταγωνιζόμενοι τις κυβερνήσεις για τους ίδιους επενδυτές.
Το σημείο στο οποίο μια διόρθωση γίνεται κρίση
Η πτώση της τιμής ενός ομολόγου δεν προκαλεί από μόνη της συστημική κρίση. Ο κίνδυνος αυξάνεται όταν οι τίτλοι χρησιμεύουν ως ενέχυρο σε μοχλευμένες συναλλαγές και οι απώλειες ενεργοποιούν απαιτήσεις για πρόσθετες εγγυήσεις. Τα hedge funds και άλλοι μη τραπεζικοί φορείς μπορεί τότε να αναγκαστούν να πουλήσουν γρήγορα, την ώρα που οι dealers περιορίζουν τη διάθεση να απορροφήσουν τίτλους.
Ο μηχανισμός φάνηκε τον Μάρτιο του 2020, όταν η ανάγκη για μετρητά οδήγησε σε πωλήσεις ακόμη και αμερικανικών Treasuries. Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα χρειάστηκε να αγοράσει περίπου $1,6 τρισ. τίτλων μέσα σε λίγες εβδομάδες για να αποκαταστήσει τη λειτουργία της αγοράς.
Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο έχει προειδοποιήσει ότι η υψηλή μόχλευση σε μη τραπεζικούς φορείς, τα carry trades και τα leveraged ETFs μπορούν να ενισχύσουν μια αρχική κίνηση μέσω αναγκαστικής απομόχλευσης. Επισημαίνει επίσης ότι μετοχές και ομόλογα πέφτουν συχνότερα ταυτόχρονα, μειώνοντας την προστασία που παραδοσιακά πρόσφερε ένα μικτό χαρτοφυλάκιο.
Γιατί δεν είναι ακόμη 2008
Στην κρίση του 2008, οι αγορές ανακάλυψαν ότι ένα μεγάλο μέρος του στεγαστικού χρέους δεν θα αποπληρωνόταν και ότι οι ζημιές ήταν διασκορπισμένες σε αδιαφανή προϊόντα και ισολογισμούς. Σήμερα, η βασική απώλεια προέρχεται από την άνοδο των επιτοκίων: οι παλαιότεροι τίτλοι με χαμηλό κουπόνι αξίζουν λιγότερο.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο κίνδυνος είναι μικρός. Τράπεζες, ασφαλιστικές, συνταξιοδοτικά ταμεία και επενδυτικά κεφάλαια μπορεί να έχουν μεγάλες μη πραγματοποιημένες ζημιές. Ωστόσο, οι τράπεζες είναι γενικά καλύτερα κεφαλαιοποιημένες και η αγορά δεν έχει ακόμη εμφανίσει γενικευμένη αδυναμία πληρωμών ή πάγωμα διατραπεζικής χρηματοδότησης.
Η σωστή περιγραφή είναι «κρίση διάρκειας και απορρόφησης χρέους», όχι ακόμη «κρίση φερεγγυότητας». Η μετάβαση από την πρώτη στη δεύτερη θα απαιτούσε αθέτηση πληρωμών, απότομη εξαφάνιση ρευστότητας ή αναγκαστικές πωλήσεις σε κλίμακα που θα απειλούσε βασικούς χρηματοπιστωτικούς θεσμούς.
Τι σημαίνει για επενδυτές και πραγματική οικονομία
Οι υψηλές αποδόσεις δημιουργούν καλύτερα σημεία εισόδου για όσους μπορούν να κρατήσουν τίτλους μέχρι τη λήξη, αλλά η χρονική στιγμή παραμένει δύσκολη. Μια νέα άνοδος του term premium μπορεί να προκαλέσει πρόσθετες απώλειες ακόμη και σε ομόλογα υψηλής πιστοληπτικής ποιότητας.
Στην πραγματική οικονομία, το σοκ περνά στα στεγαστικά, στα εταιρικά ομόλογα, στα δάνεια και στις αποτιμήσεις. Κυβερνήσεις με μεγάλες ανάγκες αναχρηματοδότησης βλέπουν μεγαλύτερο μέρος των εσόδων τους να κατευθύνεται σε τόκους. Επιχειρήσεις αναβάλλουν επενδύσεις, ενώ τα assets με μακρινές ταμειακές ροές, από μετοχές ανάπτυξης μέχρι ακίνητα, δέχονται υψηλότερο προεξοφλητικό επιτόκιο.
Οι μνήμες του 2008 λειτουργούν ως προειδοποίηση, όχι ως πρόβλεψη. Το sell-off γίνεται πραγματικά επικίνδυνο όταν η αγορά χάνει την ικανότητα να απορροφά πωλήσεις χωρίς να χρειάζεται κεντρική τράπεζα ως αγοραστή ύστατης ανάγκης. Εκεί βρίσκεται πλέον το βασικό όριο που παρακολουθούν οι επενδυτές.
The post Ομόλογα: Το παγκόσμιο sell-off ξυπνά μνήμες 2008 — Πού βρίσκεται ο πραγματικός κίνδυνος appeared first on moneymatters.cy.