Η συζήτηση για το Pillar Two θέτει στην Κύπρο ένα στρατηγικό ερώτημα που ξεπερνά τον υπολογισμό ενός φόρου: πώς διατηρεί μια μικρή ευρωπαϊκή οικονομία την ελκυστικότητά της όταν οι διεθνείς κανόνες μεταβάλλουν τα περιθώρια φορολογικού ανταγωνισμού;
Η νέα παρέμβαση της AmCham Cyprus τοποθετεί αυτό το ερώτημα στο επίκεντρο. Το Επιμελητήριο στηρίζει τη συμμόρφωση με το πλαίσιο ΟΟΣΑ και ΕΕ, αλλά ζητά να εξεταστούν οι συνέπειες για τις αμερικανικές επενδύσεις, ιδιαίτερα για νέες τοποθετήσεις και επεκτάσεις. Προτείνει ανεξάρτητη αξιολόγηση και οργανωμένο διάλογο με επενδυτές, επιχειρήσεις και ειδικούς.
Η συμμόρφωση δεν αρκεί ως επενδυτική στρατηγική
Η τήρηση των διεθνών υποχρεώσεων είναι αναγκαία για την αξιοπιστία της χώρας. Δεν απαντά, όμως, από μόνη της στο γιατί ένας όμιλος θα επιλέξει την Κύπρο αντί μιας άλλης δικαιοδοσίας για το επόμενο γραφείο, την ερευνητική του ομάδα ή μια νέα υπηρεσία.
Το 15% του Pillar Two αφορά ελάχιστη πραγματική φορολόγηση μεγάλων ομίλων, με βασικό όριο ενοποιημένων εσόδων τα €750 εκατ. Δεν αποτελεί απλή ταύτιση όλων των εθνικών φορολογικών συστημάτων. Οι διαφορές στους κανόνες, στις εξαιρέσεις και στη διοικητική εφαρμογή εξακολουθούν να επηρεάζουν την πραγματική επιβάρυνση.
Η αμερικανική εξαίρεση έχει συγκεκριμένα όρια
Η Ουάσιγκτον παρουσίασε τη συμφωνία της 5ης Ιανουαρίου 2026 ως προστασία των αμερικανικών ομίλων από βασικούς μηχανισμούς του διεθνούς πλαισίου. Η ανακοίνωση του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών αναγνωρίζει ταυτόχρονα τη φορολογική κυριαρχία άλλων χωρών επί της δραστηριότητας εντός των συνόρων τους.
Η τεχνική εξειδίκευση έχει σημασία: σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, το σύστημα Side-by-Side αφήνει ανεπηρέαστους τους αναγνωρισμένους εγχώριους ελάχιστους συμπληρωματικούς φόρους. Συνεπώς, «εξαίρεση από συγκεκριμένους διεθνείς κανόνες» δεν σημαίνει «αφορολόγητη δραστηριότητα σε κάθε χώρα».
Για την κυπριακή πολιτική, αυτό αποκλείει τις εύκολες γενικεύσεις. Η αξιολόγηση χρειάζεται να γίνει ανά πραγματική κατηγορία επενδύσεων και εφαρμοστέο φορολογικό μηχανισμό, όχι με την υπόθεση ότι όλες οι εταιρείες αμερικανικών συμφερόντων βρίσκονται στην ίδια θέση.
Ο ανταγωνισμός μεταφέρεται στην πραγματική οικονομία
Όσο περιορίζεται η δυνατότητα προσέλκυσης δραστηριότητας αποκλειστικά μέσω φορολογικών διαφορών, τόσο μεγαλύτερη σημασία αποκτούν άλλοι παράγοντες. Η διαθεσιμότητα εξειδικευμένου προσωπικού, η ταχύτητα των αποφάσεων, η ψηφιακή διοίκηση και η σταθερότητα των κανόνων δεν είναι συμπληρωματικές παροχές. Αποτελούν μέρος του επενδυτικού προϊόντος μιας χώρας.
Αυτό δεν συνεπάγεται ότι κάθε αίτημα επενδυτή πρέπει να ικανοποιείται. Οι διευκολύνσεις χρειάζονται έλεγχο κόστους, διαφάνεια και συμβατότητα με τις δεσμεύσεις της Κύπρου. Η προσέλκυση επενδύσεων δεν δικαιολογεί την αντικατάσταση ενός γενικού κανόνα με αδιαφανείς ειδικές μεταχειρίσεις.
Τι πρέπει να μετρηθεί πριν εξαχθούν συμπεράσματα
Η προειδοποίηση της AmCham δεν ισοδυναμεί με απόδειξη ότι επίκειται έξοδος εταιρειών. Αντίστοιχα, η απουσία ανακοινωμένων αποχωρήσεων δεν αποδεικνύει ότι οι μελλοντικές επενδυτικές αποφάσεις μένουν ανεπηρέαστες. Χρειάζονται στοιχεία για έργα, θέσεις εργασίας και επεκτάσεις, μαζί με το αναμενόμενο φορολογικό αποτέλεσμα.
Η ουσιαστική επιλογή δεν είναι ανάμεσα στην ευρωπαϊκή συμμόρφωση και στις αμερικανικές σχέσεις. Είναι αν η Κύπρος μπορεί να μετατρέψει τη θεσμική αξιοπιστία της σε συγκεκριμένο πλεονέκτημα εγκατάστασης και ανάπτυξης επιχειρήσεων. Εκεί θα κριθεί η επόμενη φάση του ανταγωνισμού για κεφάλαια.
Strategist Ai | Τα βασικά συμπεράσματα
- Η φορολογική συμμόρφωση χρειάζεται να συνοδεύεται από συνεκτική επενδυτική πολιτική.
- Οι αμερικανικές εξαιρέσεις έχουν όρια και δεν εξαφανίζουν την εγχώρια φορολογική αρμοδιότητα.
- Η πραγματική ανταγωνιστικότητα απαιτεί στοιχεία, υποδομές, ταλέντο και προβλεψιμότητα.