- MoneyMatters Ai · AI Takeaways
- Από το bottom line στο triple bottom line
- Ο Porter και το πέρασμα από τη χορηγία στη στρατηγική
- Από την εθελοντική ΕΚΕ στη μετρήσιμη λογοδοσία
- Το Marshall Plan και το παραγωγικό μοντέλο
- Η γεωπολιτική της πράσινης μετάβασης
- Η αμερικανική στροφή
- ΑΠΕ, πυρηνική ενέργεια και ένας νέος πραγματισμός
- Η δεύτερη ωριμότητα της πράσινης ανάπτυξης
- Διαβάστε επίσης τον Μιχάλη Α. Παπαδόπουλο
MoneyMatters Ai · AI Takeaways
- Ο Μιχάλης Παπαδόπουλος περιγράφει πώς η πράσινη ανάπτυξη πέρασε από την εθελοντική εταιρική ευθύνη στη στρατηγική, τη μέτρηση και τη λογοδοσία.
- Η ενεργειακή μετάβαση συνδέεται πλέον με το παραγωγικό μοντέλο, την ανταγωνιστικότητα, την ενεργειακή ασφάλεια και τη γεωπολιτική.
- Η ευρωπαϊκή καθαρή ενεργειακή μετάβαση απαιτεί, σύμφωνα με την Επιτροπή, επενδύσεις περίπου €660 δισ. ετησίως την περίοδο 2026–2030.
- Η ουσία για τις επιχειρήσεις είναι να εντάξουν τη βιωσιμότητα στις αποφάσεις και στη λειτουργία τους, πέρα από τις εκθέσεις ESG.
Η βιωσιμότητα ξεκίνησε ως κοινωνική ευθύνη, πέρασε στο ESG και σήμερα μετατρέπεται σε έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες που διαμορφώνουν το νέο παραγωγικό και ενεργειακό μοντέλο.
Για πολλά χρόνια η συζήτηση γύρω από την Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη γινόταν κυρίως με όρους ηθικής, προσφοράς και εταιρικής ευαισθησίας.
Σήμερα η συζήτηση έχει μετακινηθεί πολύ βαθύτερα.
Αφορά τη στρατηγική, τη χρηματοδότηση, την ανταγωνιστικότητα, την ενεργειακή ασφάλεια, τη γεωπολιτική και τελικά το ίδιο το παραγωγικό μοντέλο πάνω στο οποίο θα οικοδομηθεί η οικονομία των επόμενων δεκαετιών.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ορίζει σήμερα την Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη ως την ευθύνη των επιχειρήσεων για τις επιπτώσεις τους στην κοινωνία. Και αυτό ίσως αποτελεί την πιο ουσιαστική αφετηρία: η επιχείρηση λειτουργεί μέσα σε ένα οικοσύστημα ανθρώπων, φυσικών πόρων, θεσμών και κοινωνιών, το οποίο επηρεάζει και από το οποίο ταυτόχρονα εξαρτάται. (Εσωτερική Αγορά και ΜμΕ)
Από το bottom line στο triple bottom line
Ιστορικά, στον δυτικό κόσμο αναπτύχθηκαν δύο διαφορετικές προσεγγίσεις για τον κοινωνικό ρόλο της επιχείρησης.
Η αμερικανική παράδοση συνδέθηκε περισσότερο με το shareholder value. Μια επιχείρηση δημιουργεί θέσεις εργασίας, πληρώνει φόρους, καινοτομεί και προσφέρει προϊόντα και υπηρεσίες, ενώ η βασική της αποστολή παραμένει η δημιουργία οικονομικής αξίας. Η κερδοφορία —το γνωστό bottom line— βρίσκεται στον πυρήνα του μοντέλου.
Η ευρωπαϊκή κοινωνικοοικονομική αρχιτεκτονική έδωσε ιστορικά μεγαλύτερη έμφαση στους stakeholders: στους εργαζομένους, στους πελάτες, στους προμηθευτές, στις τοπικές κοινωνίες και στο περιβάλλον. Συνδέθηκε επίσης με ισχυρότερα κοινωνικά δίκτυα προστασίας και μεγαλύτερη θεσμική παρέμβαση στην αγορά εργασίας.
Πρόκειται για διαφορετικές αντιλήψεις γύρω από τον τρόπο με τον οποίο επιτυγχάνεται η κοινωνική ευημερία. Δεν χρειάζεται να τις κατατάξουμε σε «σωστή» και «λάθος». Αξίζει περισσότερο να κατανοήσουμε τη φιλοσοφία που τις δημιούργησε.
Σε αυτό το περιβάλλον έγινε ιδιαίτερα γνωστή η έννοια του triple bottom line: People, Planet, Profit.
Μια επιχείρηση χρειάζεται οικονομική βιωσιμότητα. Ταυτόχρονα χρειάζεται να περιορίζει το οικολογικό της αποτύπωμα και να επιστρέφει αξία —ή, όπως μου αρέσει να το διατυπώνω, ένα μέρος της «αγάπης» που λαμβάνει— στο κοινωνικό οικοσύστημα μέσα στο οποίο λειτουργεί.
Ο Porter και το πέρασμα από τη χορηγία στη στρατηγική
Ο Michael Porter και ο Mark Kramer άσκησαν ήδη από το 2006 ουσιαστική κριτική στον τρόπο με τον οποίο πολλές επιχειρήσεις αντιλαμβάνονταν την ΕΚΕ.
Χορηγίες, δωρεές και φιλανθρωπικές δράσεις μπορεί ασφαλώς να έχουν κοινωνική αξία. Όταν όμως είναι αποσυνδεδεμένες από τη δραστηριότητα της επιχείρησης, από τις πραγματικές επιπτώσεις της και από τις ιδιαίτερες ικανότητές της, η σύνδεσή τους με τη στρατηγική παραμένει περιορισμένη. (Harvard Business Review)
Θυμάμαι τον Porter σε διάλεξη που παρακολούθησα στο Λονδίνο να είναι ιδιαίτερα αιχμηρός πάνω σε αυτό το θέμα.
Θυμάμαι επίσης τη χαρακτηριστική αναφορά στα «πράσινα συγχωροχάρτια»: επιχειρήσεις που, αφού εξαντλούσαν τις δυνατότητες Reduce, Reuse, Recycle, επιχειρούσαν να αντισταθμίσουν τις υπόλοιπες εκπομπές τους αγοράζοντας πιστώσεις από έργα, συχνά σε μακρινές χώρες, των οποίων η πραγματική περιβαλλοντική αξία δεν ήταν πάντοτε εύκολο να αποτιμηθεί.
Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στην ίδια την αντιστάθμιση. Βρίσκεται στη στιγμή που η αντιστάθμιση γίνεται υποκατάστατο της πραγματικής αλλαγής.
Η σκέψη του Porter εξελίχθηκε αργότερα στην έννοια του Creating Shared Value: οικονομική και κοινωνική αξία μπορούν να δημιουργούνται ταυτόχρονα όταν μια επιχείρηση χρησιμοποιεί την τεχνογνωσία, τους πόρους και το επιχειρηματικό της μοντέλο για να αντιμετωπίσει προβλήματα που συνδέονται ουσιαστικά με τη δραστηριότητά της. (Harvard Business Review)
Έτσι, μια τράπεζα μπορεί να επενδύσει στη χρηματοοικονομική παιδεία, μια εταιρεία τροφίμων στη βιώσιμη γεωργία και στη διατροφική ποιότητα, μια τεχνολογική εταιρεία στις ψηφιακές δεξιότητες και στην υπεύθυνη Τεχνητή Νοημοσύνη.
Η κοινωνική ευθύνη περνά τότε από την περιφέρεια στον πυρήνα της στρατηγικής.
Από την εθελοντική ΕΚΕ στη μετρήσιμη λογοδοσία
Για πολλά χρόνια η ΕΚΕ στηριζόταν σε μεγάλο βαθμό στην εθελοντική πρωτοβουλία.
Η άνοδος του ESG —Environmental, Social, Governance— άλλαξε σταδιακά το πλαίσιο.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση μιλά πλέον για ένα μείγμα εθελοντικών και υποχρεωτικών μηχανισμών εταιρικής υπευθυνότητας, ενώ η CSRD και τα Ευρωπαϊκά Πρότυπα Αναφοράς Βιωσιμότητας μετέφεραν τη συζήτηση προς τη συστηματική μέτρηση και δημοσιοποίηση περιβαλλοντικών, κοινωνικών και θεμάτων διακυβέρνησης. Το 2026 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναθεώρησε και απλοποίησε τα σχετικά πρότυπα, μειώνοντας διοικητικά βάρη και περιορίζοντας παράλληλα το πεδίο εφαρμογής, χωρίς να εγκαταλείπει τη βασική αρχιτεκτονική της λογοδοσίας. (Finance)
Αυτό αποτελεί σημαντική αλλαγή φιλοσοφίας.
Η βιωσιμότητα αποκτά KPIs, στόχους, governance, δεδομένα και λογοδοσία.
Μετακινείται από το Τμήμα Επικοινωνίας προς το Διοικητικό Συμβούλιο, τη στρατηγική, τη διαχείριση κινδύνων και την κατανομή κεφαλαίων.
Από την καλή πρόθεση στη μετρήσιμη ευθύνη.
Το Marshall Plan και το παραγωγικό μοντέλο
Ο Alvin Toffler, στο The Third Wave, μας έδωσε έναν εξαιρετικά χρήσιμο τρόπο να βλέπουμε την οικονομική ιστορία: ως διαδοχή μεγάλων κυμάτων — από την αγροτική κοινωνία στη βιομηχανική και από εκεί στην κοινωνία της πληροφορίας και της γνώσης.
Μέσα από αυτόν τον φακό αποκτά ενδιαφέρον και η μεταπολεμική ανοικοδόμηση της Ευρώπης.
Το Marshall Plan βοήθησε μια κατεστραμμένη ήπειρο να ξαναχτίσει την παραγωγική της βάση. Η Γερμανία εξελίχθηκε ξανά σε βιομηχανική δύναμη. Παράλληλα, η εμπειρία του πολέμου, της πείνας και των ελλείψεων έκανε την επισιτιστική ασφάλεια στρατηγική ευρωπαϊκή προτεραιότητα.
Η Κοινή Αγροτική Πολιτική που ακολούθησε είχε μεταξύ των βασικών στόχων της την αύξηση της παραγωγικότητας, την επάρκεια τροφίμων, τη σταθερότητα των αγορών και τη διασφάλιση του αγροτικού εισοδήματος. Ακόμη και σήμερα, η ΚΑΠ αντιστοιχεί περίπου στο 31% του πολυετούς ευρωπαϊκού προϋπολογισμού 2021–2027, παρότι το ποσοστό της έχει μειωθεί σημαντικά σε σχέση με προηγούμενες δεκαετίες. (EUR-Lex)
Η ιστορία αυτή δημιουργεί μια ενδιαφέρουσα αναλογία με τη σημερινή πράσινη μετάβαση.
Έχω ακούσει να περιγράφεται σε επιχειρηματικούς και ενεργειακούς κύκλους ως ένα είδος «δεύτερου Marshall Plan» για την Ευρώπη.
Η κλίμακα πράγματι το δικαιολογεί ως αναλογία. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι μόνο για την καθαρή ενεργειακή μετάβαση θα απαιτούνται επενδύσεις περίπου €660 δισ. ετησίως μεταξύ 2026 και 2030, έναντι περίπου €240 δισ. ετησίως κατά μέσο όρο την περίοδο 2011–2021. (Energy)
Το κρίσιμο ερώτημα επομένως είναι:
Θα αποτελέσει η πράσινη μετάβαση για την Ευρώπη ένα τεράστιο κόστος συμμόρφωσης ή την επένδυση πάνω στην οποία θα οικοδομηθεί το επόμενο παραγωγικό της μοντέλο;
Εκεί βρίσκεται ίσως και το πραγματικό στοίχημα.
Η γεωπολιτική της πράσινης μετάβασης
Υπάρχει όμως και μια άλλη διάσταση: η κλιματική δικαιοσύνη.
Η Κίνα θέτει εδώ και χρόνια το ερώτημα κατά πόσο η ευθύνη για τις εκπομπές πρέπει να υπολογίζεται αποκλειστικά με βάση το τι εκπέμπει μια χώρα σήμερα ή και με βάση το τι έχει εκπέμψει ιστορικά.
Ο Σιγκαπουριανός διπλωμάτης και ακαδημαϊκός Kishore Mahbubani έχει περιγράψει πολύ καθαρά αυτή τη διάκριση: τις σημερινές ροές εκπομπών (flows) και το ιστορικό απόθεμα (stock) αερίων του θερμοκηπίου που συσσωρεύτηκε στην ατμόσφαιρα μέσα σε δύο αιώνες βιομηχανικής ανάπτυξης. (Kishore Mahbubani)
Από αυτή την οπτική, οι οικονομίες που εκβιομηχανίστηκαν νωρίτερα φέρουν διαφορετικό ιστορικό βάρος από εκείνες που ακολούθησαν αργότερα.
Το παράδοξο είναι ότι η Κίνα, ενώ παραμένει τεράστιος καταναλωτής ορυκτών καυσίμων, είναι ταυτόχρονα ο μεγαλύτερος κινητήρας ανάπτυξης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στον κόσμο. Το 2025 εγκατέστησε σχεδόν 370 GW φωτοβολταϊκών και 117 GW αιολικών, αντιπροσωπεύοντας πάνω από το 60% της παγκόσμιας αύξησης ανανεώσιμης ισχύος. (IEA)
Αυτό από μόνο του δείχνει ότι η πράσινη μετάβαση έχει πλέον ξεπεράσει τα όρια της περιβαλλοντικής πολιτικής.
Είναι βιομηχανική πολιτική, ενεργειακή ασφάλεια, τεχνολογική υπεροχή και γεωπολιτικός ανταγωνισμός.
Η αμερικανική στροφή
Στις Ηνωμένες Πολιτείες η σημερινή ομοσπονδιακή πολιτική έχει κινηθεί σε διαφορετική κατεύθυνση από εκείνη των προηγούμενων ετών.
Η κυβέρνηση Trump προχώρησε εκ νέου σε αποχώρηση από τη Συμφωνία των Παρισίων και έχει περιορίσει ή επιδιώξει να τερματίσει ομοσπονδιακές ενισχύσεις προς αιολικά και φωτοβολταϊκά έργα, δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στην ενεργειακή αυτάρκεια, στην αξιοπιστία του συστήματος και σε άλλες μορφές παραγωγής. (The White House)
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η αμερικανική οικονομία εγκατέλειψε τις ανανεώσιμες πηγές. Το 2025 εγκαταστάθηκαν στις ΗΠΑ περίπου 49 GW νέας ανανεώσιμης ισχύος. (IEA)
Έχουμε επομένως περισσότερο μια αλλαγή ενεργειακού δόγματος παρά μια απλή απόρριψη της πράσινης ανάπτυξης.
Και μέσα σε αυτή την αλλαγή επιστρέφει δυναμικά η πυρηνική ενέργεια.
ΑΠΕ, πυρηνική ενέργεια και ένας νέος πραγματισμός
Ακούγεται συχνά το επιχείρημα ότι τα φωτοβολταϊκά και τα αιολικά δεν είναι πραγματικά «καθαρά», επειδή απαιτούν πρώτες ύλες, ενέργεια για την κατασκευή τους, εκτάσεις, μεταφορές και τελικά ανακύκλωση.
Η παρατήρηση ότι έχουν περιβαλλοντικό αποτύπωμα είναι σωστή.
Η έρευνα κύκλου ζωής όμως δείχνει ότι οι συνολικές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου από αιολικά, φωτοβολταϊκά και πυρηνική ενέργεια παραμένουν σημαντικά χαμηλότερες από εκείνες της παραγωγής από άνθρακα και φυσικό αέριο. (NREL)
Η ουσιαστική συζήτηση βρίσκεται αλλού.
Χρειάζεται να συνυπολογίσουμε τα δίκτυα, την αποθήκευση, τη μεταβλητότητα της παραγωγής, τις κρίσιμες πρώτες ύλες, την ανακύκλωση, τη διαθεσιμότητα ισχύος και το συνολικό κόστος του ενεργειακού συστήματος.
Η μετάβαση αρχίζει έτσι να γίνεται περισσότερο πραγματιστική.
Παράλληλα, η πυρηνική ενέργεια γνωρίζει τη μεγαλύτερη αναζωπύρωση ενδιαφέροντος από την εποχή των πετρελαϊκών κρίσεων της δεκαετίας του 1970. Περισσότερες από 40 χώρες διαθέτουν σήμερα πολιτικές που υποστηρίζουν την επέκτασή της, ενώ ιδιαίτερο ενδιαφέρον συγκεντρώνουν οι Μικροί Αρθρωτοί Αντιδραστήρες — Small Modular Reactors (SMRs). (IEA)
Οι SMRs υπόσχονται μικρότερη κλίμακα επένδυσης, δυνατότητα τυποποίησης και δυνητικά συντομότερους χρόνους υλοποίησης. Παραμένουν βέβαια τεχνολογία που πρέπει να αποδείξει σε μεγάλη κλίμακα το κόστος, την ταχύτητα αδειοδότησης και την οικονομική βιωσιμότητά της. Η IEA εκτιμά ότι τα πρώτα εμπορικά έργα νέας γενιάς θα αρχίσουν να λειτουργούν γύρω στο 2030. (IEA)
Ίσως λοιπόν το ενεργειακό μέλλον να μη βρίσκεται σε μια ιδεολογική επιλογή ανάμεσα στις ανανεώσιμες και στα πυρηνικά.
Πιθανότερα θα απαιτήσει χαρτοφυλάκια χαμηλών εκπομπών, με διαφορετικούς συνδυασμούς ανανεώσιμων πηγών, αποθήκευσης, δικτύων, πυρηνικής ενέργειας και άλλων τεχνολογιών, ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες κάθε οικονομίας.
Η δεύτερη ωριμότητα της πράσινης ανάπτυξης
Η πράσινη ανάπτυξη περνά, κατά τη γνώμη μου, σε μια νέα φάση ωριμότητας.
Η πρώτη φάση δημιούργησε ευαισθητοποίηση.
Η ΕΚΕ έφερε την κοινωνική και περιβαλλοντική ευθύνη στο λεξιλόγιο των επιχειρήσεων.
Το ESG έφερε μέτρηση, διακυβέρνηση και λογοδοσία.
Τώρα έρχεται ίσως η δυσκολότερη φάση: η σύνδεση της βιωσιμότητας με την παραγωγικότητα, την καινοτομία, την ανταγωνιστικότητα, την ενεργειακή ασφάλεια και τη δημιουργία αξίας.
Για τις επιχειρήσεις το μήνυμα είναι σημαντικό.
Η βιωσιμότητα δύσκολα θα παραμείνει ένα ξεχωριστό κεφάλαιο στο ετήσιο report ή μια σειρά δράσεων που διαχειρίζεται το Τμήμα Επικοινωνίας.
Θα επηρεάζει όλο και περισσότερο το επιχειρηματικό μοντέλο, τις επενδύσεις, την τεχνολογία, την εφοδιαστική αλυσίδα, τη χρηματοδότηση και τη διαχείριση κινδύνων.
Και ίσως εδώ επιστρέφουμε τελικά στον Porter.
Η ουσιαστική πράσινη ανάπτυξη αποκτά δύναμη όταν συνδέεται με τον τρόπο με τον οποίο η επιχείρηση δημιουργεί αξία.
Το επόμενο στοίχημα δεν είναι απλώς μια πιο «πράσινη» οικονομία. Είναι ένα παραγωγικό μοντέλο που να μπορεί ταυτόχρονα να είναι βιώσιμο, ανταγωνιστικό, κοινωνικά υπεύθυνο και ενεργειακά ασφαλές.
The post Πράσινη ανάπτυξη: από την ΕΚΕ στη στρατηγική, την ανταγωνιστικότητα και τη γεωπολιτική – Του Μιχάλη Παπαδόπουλου appeared first on moneymatters.cy.