Δρ Μάριος Τρυφωνίδης
Ορθοπαιδικός Χειρουργός – Τραυματολόγος
Ιατρικός Διευθυντής, Ιατρικό Κέντρο Δικταίον
Κλινικός Καθηγητής Ορθοπαιδικής & Τραυματολογίας, Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου
- Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι δεν έχει αποδειχθεί ακόμη ουσιαστική κλινική ανωτερότητα των ρομποτικά υποβοηθούμενων αρθροπλαστικών.
- Αναφέρει πρόσθετο κόστος περίπου $850 ανά επέμβαση γόνατος και $1.800 ανά επέμβαση ισχίου.
- Η οικονομική βιωσιμότητα συνδέεται με κέντρα υψηλού όγκου, πέραν των 150 επεμβάσεων τον χρόνο.
- Για την Κύπρο θέτει ως κρίσιμο ερώτημα αν έχει προηγηθεί τεκμηριωμένη μελέτη βιωσιμότητας σε κάθε νοσηλευτήριο.
Οι αρθροπλαστικές ισχίου και γόνατος αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της σύγχρονης Ορθοπαιδικής και συνδράμουν εδώ και δεκαετίες σε μεγάλο βαθμό στις εργασίες ‘ψυχρής’ Ορθοπαιδικής του κάθε Ορθοπαιδικού τμήματος κάθε νοσηλευτηρίου. Η κλασσική τεχνική (manual total hip/knee replacement) με όλες τις παραλλαγές της, έχει μελετηθεί εις βάθος τόσο ιατρικά όσο και επιχειρηματικά και παρουσιάζει προβλέψιμα αποτελέσματα, κόστη και επιχειρηματική δραστηριότητα. Αποτελεί επίσης βασικό κομμάτι εκπαίδευσης ειδικευόμενων νέων ιατρών της Ορθοπαιδικής ειδικότητας και το σημαντικότερο απ’ όλα είναι το γεγονός ότι αποτελεί τη βάση και προϋπόθεση για οποιονδήποτε για να αποκτήσει ικανή εμπειρία, γνώσεις και δεξιότητες για να μπορεί να χειρίζεται την εξελισσόμενη τεχνική της ‘Ρομποτικά-Υποβοηθούμενης’ αρθροπλαστικής ισχίου και γόνατος.
Σε αντίθεση με ρομποτικά-υποβοηθούμενες τεχνικές άλλων ειδικοτήτων (π.χ. Ουρολογίας) από ιατρικής-επιστημονικής πλευράς δεν έχει αποδειχθεί ακόμη οποιαδήποτε ουσιαστική ανωτερότητα στα αποτελέσματα των Ρομποτικά- Υποβοηθούμενων τεχνικών αρθροπλαστικής ισχίου ή γόνατος , ενώ υπάρχουν ανησυχίες για τον περισσότερο χρόνο που καταναλώνεται στην αίθουσα χειρουργείου, αυξημένα ποσοστά κάποιων επιπλοκών όπως καρδιακά εμφράγματα, διάσπαση χειρουργικών ουλών, νεφρική βλάβη, καθώς και αυξημένες ανάγκες μετάγγισης αίματος. Επιπλέον θα πρέπει να σημειωθεί ότι από επιστημονικής-ιατρικής άποψης η ρομποτικά υποβοηθούμενες αρθροπλαστικές αν και έχουν δείξει πιο σωστή τοποθέτηση εμφυτευμάτων, αυτό όμως δεν έχει μεταφραστεί σε καλύτερη βιωσιμότητα των εμφυτευμάτων ή καλύτερα λειτουργικά αποτελέσματα για τους ασθενείς.
Η εφαρμογή ρομποτικών συστημάτων και η συστηματική χρήση τους έχει ως αποτέλεσμα αμφισβητηθεί στην περίπτωση της Ορθοπαιδικής ειδικότητας για τους εξής λόγους: 1) Απουσία κλινικής ανωτερότητας, 2) Σημαντικά υψηλό κόστος αρχικού επενδυτικού κεφαλαίου, 3) Ψηλότερο συνολικό κόστος ανά χειρουργική επέμβαση (περί τα $850 ανά επέμβαση γόνατος και περί τα $1800 ανά επέμβαση ισχίου), 4) ψηλό κόστος συντήρισης και διαχείρησης των συστημάτων, παντοτε σε σύγκριση με τις κλασσικές τεχνικές, ενώ σημειώνεται και πάλιν η απουσία ουσιαστικής ανωτερότητας της ρομποτικά υποβοηθούμενης τεχνικής. Ένας άλλος προληματισμός είναι το γεγονός ότι στις περιπτώσεις διεγχειρητικών επιπλοκών κατά τη διάρκεια ρομποτικά-υποβοθούμενης αρθροπλαστικής, τότε το ανθρώπινο χέρι, εμπειρία και γνώσεις είναι αυτά που έρχονται να διορθώσουν το πρόβλημα, αλλά αυτά αναμένεται να μειωθούν σε βάθος χρόνου εάν γίνει ρουτίνα η χρήση ρομποτικά-υποβοηθούμενων τεχνικών και μειωθεί η εκπαίδευση και το επίπεδο εμπειρίας και δεξιοτήτων των νέων ιατρών.
Από πλευράς επιχειρίν, έχει αποδειχθεί και δημοσιευθεί ότι οικονομικά βιώσιμη χρήση κι εφαρμογή των ρομποτικά υποβοηθούμενων τεχνικών είναι ουσιασικά μόνο σε κέντρα διεξαγωγής ψηλού όγκου αρθροπλαστικών. Αυτό αντανακλάται σε αριθμό πέραν των 150 αρθρολαστικών γόνατος ή 150 αρθροπλαστικών ισχίου ανά έτος, καθώς και από χειρουργό που διενεργεί ως πρώτος χειρουργός τουλάχιστον 50 αρθροπλαστικές ισχίου ή 50 αρθροπλαστικής γόνατος ανά έτος (όπως είναι τα ευραίως αποδεχτά όρια υψηλού όγκου), και με την ίδια ομάδα χειρουργών, νοσηλευτών, αναισθησιολόγων, φυσιοθεραπευτών, κτλ... Είναι ξεκάθαρα ασύμφορη (από πλευράς επιχειρίν) η γενικευμένη χρήση τέτοιας τεχνικής, αλλά οικονομικά βιώσιμη μόνο σε μεγάλα ιατρικά κέντρα με υψηλό όγκο περιστατικών.
Ας πάρουμε τώρα την περίπτωση της Κύπρου και την επιθυμία πολλών ιατρικών κέντρων (τόσο δημόσιων όσο και ιδιωτικών νοσηλευτηρίων) να παρασυρθούν από εταιρείες ή να προωθήσουν τα ίδια τον πυλώνα αρθροπλαστικής ισχίου και γόνατος προς την ρομποτικά-υποβοηθούμενη τεχνική, πράγμα που προσπαθεί να πετύχει η παρούσα επιειρηματική βιομηχανία. Το κυρίως ερώτημα είναι εάν έχουμε πράγματι δει μετρήσεις σε κάθε νοσηλευτήριο που να πληρούν τα προαναφερθέντα κριτήρια για να διαιολογούν επένδυση και γενικευμένη χρήση ρομποτικών συστημάτων. Έχει πράγματι γίνει μελέτη βιωσιμότητας για την εγκατάσταση και χρήση τέτοιων συστημάτων;
Με βάση τα παρόντα ιατρικά-επιστημονικά δεδομένα και προβληματισμούς, καθώς και τις οικονομικές παραμέτρους που έχουν διεθνώς συζητηθεί και δημοσιευθεί, η εφαρμογή συστημάτων ρομποτικά υποβοηθούμενης αρθροπλαστικής στην Κύπρο αποτελεί επίφοβη, μη τεκμηριωμένη και αμφισβητούμενης βιοσιμότητας πράξη επιχειρίν από οποιοδήποτε ιατρικό οργανισμό, εκτός εάν έχει τεκμηριωμένα τις προϋποθέσεις για βιώσιμη χρήση και λειτουργία ρομποτικών μηχανημάτων.
Το μέλλον είναι ακόμη αδιευκρίνηστο στο θέμα αυτό και θα πρέπει να παρακολουθούμε σωστά κι επιμελώς τα διεθνή δεδομένα και να τα εφαρμόζουμε με σωστά προσαρμοσμένο τρόπο στα δεδομένα της Κύπρου.