Σε καθεστώς αβεβαιότητας βρέθηκε η ιστορική συμφωνία πυρηνικής συνεργασίας ΗΠΑ–Σαουδικής Αραβίας, όταν ο Ντόναλντ Τραμπ πρόσθεσε δημόσια έναν νέο πολιτικό όρο λιγότερο από 24 ώρες μετά την υπογραφή της: το Ριάντ θα πρέπει να ενταχθεί στις Συμφωνίες του Αβραάμ και να προχωρήσει σε εξομάλυνση των σχέσεών του με το Ισραήλ.
Η παρέμβαση του Αμερικανού προέδρου άλλαξε το διπλωματικό πλαίσιο μιας συμφωνίας που προετοιμαζόταν για περισσότερο από δύο δεκαετίες. Το κείμενο υπεγράφη στην Ουάσιγκτον στις 22 Ιουλίου 2026 ως συμφωνία συνεργασίας για ειρηνικές χρήσεις της πυρηνικής ενέργειας, γνωστή στην αμερικανική νομοθεσία ως «123 Agreement».
Από την ενεργειακή συνεργασία στη σύνδεση με το Ισραήλ
Στην αρχική παρουσίαση, οι δύο κυβερνήσεις περιέγραψαν τη συμφωνία ως πλαίσιο που θα επέτρεπε στις αμερικανικές εταιρείες να διαδραματίσουν κεντρικό ρόλο στην ανάπτυξη του σαουδαραβικού πολιτικού πυρηνικού προγράμματος. Η διάρκεια της συνεργασίας αναμενόταν να φθάνει τα 30 χρόνια, ενώ η συμφωνία θα υποβαλλόταν στο Κογκρέσο για έλεγχο.
Την επόμενη ημέρα, όμως, ο Τραμπ δήλωσε ότι η εφαρμογή της είναι «απολύτως εξαρτημένη» από την ένταξη της Σαουδικής Αραβίας στις Συμφωνίες του Αβραάμ. Ο Λευκός Οίκος επιβεβαίωσε στη συνέχεια ότι θεωρεί την εξομάλυνση με το Ισραήλ προϋπόθεση της πυρηνικής συνεργασίας.
Το πρόβλημα είναι ότι ο συγκεκριμένος όρος δεν είχε παρουσιαστεί ως μέρος του υπογεγραμμένου πλαισίου. Η αιφνίδια σύνδεση δύο διαφορετικών φακέλων δημιούργησε ερωτήματα για το κατά πόσο η Ουάσιγκτον επιδιώκει να επαναδιαπραγματευθεί μια συμφωνία που οι υπουργοί της είχαν ήδη υπογράψει.
Το ευαίσθητο ζήτημα του εμπλουτισμού ουρανίου
Η μεγαλύτερη ανησυχία στο Κογκρέσο και στην κοινότητα μη διάδοσης αφορά τη δυνατότητα μελλοντικού εμπλουτισμού ουρανίου επί σαουδαραβικού εδάφους. Η συμφωνία φέρεται να προβλέπει κοινή αμερικανοσαουδαραβική μελέτη για ενδεχόμενη εγκατάσταση εμπλουτισμού, χωρίς να έχει δημοσιοποιηθεί το πλήρες κείμενο ή οι λεπτομερείς ασφαλιστικές δικλείδες.
Ο εμπλουτισμός μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την παραγωγή καυσίμου για πολιτικούς αντιδραστήρες. Η ίδια τεχνολογία, όμως, σε υψηλότερα επίπεδα καθαρότητας μπορεί να οδηγήσει σε υλικό κατάλληλο για πυρηνικά όπλα. Για αυτό οι ΗΠΑ είχαν επιβάλει στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, με τη συμφωνία του 2009, την αποκαλούμενη «χρυσή προδιαγραφή»: παραίτηση από εγχώριο εμπλουτισμό και επανεπεξεργασία.
Η σαουδαραβική περίπτωση είναι δυσκολότερη, καθώς ο πρίγκιπας διάδοχος Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν έχει δηλώσει στο παρελθόν ότι το βασίλειο θα επιδιώξει πυρηνικό όπλο εάν το αποκτήσει το Ιράν. Μετά τον πόλεμο ΗΠΑ–Ιράν, κάθε εξαίρεση που θα επιτρέψει στο Ριάντ να αναπτύξει ευαίσθητη τεχνολογία θα εξεταστεί ως προηγούμενο για ολόκληρη τη Μέση Ανατολή.
Η στρατηγική λογική και το πολιτικό ρίσκο
Η Ουάσιγκτον θέλει να αποτρέψει τη Σαουδική Αραβία από το να στραφεί προς την Κίνα, τη Ρωσία ή τη Νότια Κορέα για πυρηνική τεχνολογία. Το Ριάντ, από την πλευρά του, επιδιώκει να διαφοροποιήσει το ενεργειακό του μείγμα, να μειώσει την κατανάλωση πετρελαίου για παραγωγή ηλεκτρισμού και να αποκτήσει τεχνογνωσία υψηλής στρατηγικής αξίας.
Η σύνδεση με το Ισραήλ μετατρέπει αυτή την ενεργειακή διαπραγμάτευση σε πολύ ευρύτερο γεωπολιτικό πακέτο. Η σαουδαραβική ηγεσία είχε ήδη καταστήσει σαφές ότι η εξομάλυνση απαιτεί αξιόπιστη διαδρομή προς παλαιστινιακό κράτος. Με τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή να έχει αυξήσει το πολιτικό κόστος μιας τέτοιας κίνησης, η απαίτηση του Τραμπ ενδέχεται να απομακρύνει, αντί να επιταχύνει, την τελική συμφωνία.
Η ανατροπή των όρων μέσα σε λιγότερο από μία ημέρα πλήττει και την αξιοπιστία της αμερικανικής διαδικασίας λήψης αποφάσεων. Σύμμαχοι και αντίπαλοι παρακολουθούν αν μια υπογεγραμμένη συμφωνία αποτελεί σταθερή δέσμευση ή αφετηρία για νέα δημόσια διαπραγμάτευση.
Το επόμενο κρίσιμο τεστ θα είναι η επίσημη αντίδραση του Ριάντ και η αποστολή του κειμένου στο Κογκρέσο. Μέχρι τότε, η πυρηνική συνεργασία παραμένει ταυτόχρονα ένα μεγάλο ενεργειακό άνοιγμα και ένα εξαιρετικά εύθραυστο διπλωματικό στοίχημα.
Με πληροφορίες από το Υπουργείο Ενέργειας των ΗΠΑ, το Saudi Press Agency και το Associated Press.