
Άρθρο γνώμης του Μαρίνου Κυναιγείρου, Προέδρου του Συμβουλίου Εγγραφής Κτηματομεσιτών.
Η στέγαση αποτελεί έναν από τους πιο σημαντικούς φακέλους της χώρας, ακριβώς επειδή δεν είναι απλώς οικονομικό ζήτημα. Είναι θέμα κοινωνικής συνοχής, καθημερινότητας και δυνατότητας των νέων ανθρώπων να χτίσουν τη ζωή τους.
Τα πρόσφατα στοιχεία της Eurostat αποκαλύπτουν μια πραγματικότητα που δεν μπορεί να αγνοηθεί: την τελευταία 10ετία, η συνολική αύξηση στην αγορά ακινήτων ξεπερνά το 50%. Το ποσοστό αυτό δείχνει ότι η αγορά κινείται με ταχύτητα την οποία τα κυπριακά εισοδήματα δυσκολεύονται να ακολουθήσουν.
Αν δούμε την πορεία των τιμών σε πιο στενή χρονική βάση, η εικόνα παραμένει πιεστική. Οι τιμές αυξήθηκαν κατά 3,4% σε ετήσια βάση, συγκρίνοντας το 2026 με το 2025, ενώ σε τριμηνιαία βάση καταγράφηκε αύξηση 1,6% από το τέταρτο τρίμηνο του 2025 στο πρώτο τρίμηνο του 2026.
Οι αριθμοί αποτυπώνουν μια απλή αλλά δύσκολη πραγματικότητα: χιλιάδες νοικοκυριά καλούνται πλέον να διαθέσουν ολοένα μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους για να εξασφαλίσουν στέγη.
Μια αγορά που δείχνει να αντέχει σε όλα
Μέσα σε αυτή τη 10ετία, πολλοί εξωγενείς αλλά και εσωτερικοί παράγοντες προκάλεσαν προβληματισμό σε διάφορους τομείς της οικονομίας. Η αγορά ακινήτων, όμως, δείχνει να μην επηρεάζεται με τον ίδιο τρόπο.
Αυτό το σκηνικό δημιουργεί διπλή πίεση. Από τη μία, δυσκολεύει τον Κύπριο πολίτη που θέλει να αγοράσει σπίτι. Από την άλλη, εντείνει τον προβληματισμό για την πορεία των ενοικίων, τα οποία επηρεάζουν άμεσα όσους δεν μπορούν ή δεν επιλέγουν να αγοράσουν κατοικία.
Η ανάγκη για καθαρή στεγαστική πολιτική
Η ανάγκη για μια καθαρή και συνεκτική στεγαστική πολιτική είναι σήμερα ίσως πιο αναγκαία από ποτέ. Χρειάζονται παρεμβάσεις, επιδοτήσεις, χαμηλότοκα δάνεια και φορολογικά κίνητρα, ώστε να στηριχθεί ουσιαστικά η εσωτερική ζήτηση.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι ποιες παρεμβάσεις μπορούν πραγματικά να αντιμετωπίσουν τη στεγαστική ανάγκη των Κυπρίων, όταν το κόστος κατοικίας αυξάνεται ταχύτερα από τα εισοδήματα.
Ακούμε συχνά για ανάπτυξη οικιστικών έργων μέσω συνεργασίας δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Εκείνο που εξακολουθεί να λείπει είναι η ταχύτητα, τόσο στις αποφάσεις όσο και στην υλοποίηση. Την ίδια ώρα, η έγκριση πολεοδομικών και οικοδομικών αδειών παραμένει αργή. Και στην αγορά ακινήτων, ο χρόνος είναι χρήμα.
Παράλληλα, κατοικίες και παλιά κτίρια που παραμένουν αναξιοποίητα πρέπει, μέσα από σωστά κίνητρα, να επιστρέψουν στην αγορά. Η αξιοποίηση του υφιστάμενου αποθέματος μπορεί να λειτουργήσει συμπληρωματικά προς τη νέα ανάπτυξη.
Η πίεση σε Λευκωσία, Λεμεσό και Λάρνακα
Υπάρχει ακόμη ένα ξεκάθαρο δεδομένο: η πίεση συγκεντρώνεται κυρίως σε Λευκωσία, Λεμεσό και Λάρνακα. Γι’ αυτό χρειάζεται πιο γρήγορος και πιο στοχευμένος σχεδιασμός, ώστε να ενταχθεί ουσιαστικά και η ύπαιθρος στο στεγαστικό πλάνο.
Δεν αρκεί, όμως, απλώς να δημιουργηθούν ακίνητα στην ύπαιθρο. Ο αγοραστής ή ο ενοικιαστής θέλει να δει και τα οικονομικά δεδομένα της περιοχής. Θέλει πρόσβαση σε εργασία, υπηρεσίες, μετακινήσεις, σχολεία και προοπτική. Χωρίς αυτά, η μετακίνηση εκτός των μεγάλων αστικών κέντρων δεν μπορεί να γίνει βιώσιμη επιλογή για μεγάλο μέρος του πληθυσμού.
Το ζητούμενο δεν είναι μια απότομη πτώση τιμών
Θα μπορούσε κάποιος να ρωτήσει αν το ζητούμενο είναι η μείωση των τιμών. Η απάντηση είναι όχι, αν μιλάμε για απότομη μείωση. Αυτό που απαιτείται είναι ένα ολοκληρωμένο σχέδιο που θα καταστήσει την κατοικία πιο προσιτή, χωρίς να δημιουργήσει νέες ανισορροπίες στην αγορά.
Η Πολιτεία πρέπει να δει το ζήτημα σοβαρά και άμεσα. Οι κτηματομεσίτες είναι έτοιμοι να συμβάλουν με προτάσεις και θέσεις προς αυτή την κατεύθυνση.
The post 10 χρόνια, 50% αύξηση: Τι συμβαίνει τελικά με τα ακίνητα; appeared first on moneymatters.cy.