Του Δρα Αντώνη Στ. Στυλιανού
Η Συμφωνία της Μέκκας μεταξύ Σαουδικής Αραβίας, Τουρκίας και Πακιστάν δεν πρέπει να εξετάζεται μόνο μέσα από το περιεχόμενο των αμυντικών της δεσμεύσεων. Η μεγαλύτερη σημασία της βρίσκεται στο μήνυμα που εκπέμπει για τη νέα κατανομή ισχύος στη Μέση Ανατολή και, κατ’ επέκταση, στην Ανατολική Μεσόγειο. Το διεθνές σύστημα μετακινείται σταδιακά από τη λογική των σταθερών στρατοπέδων προς ένα περισσότερο σύνθετο πλέγμα μεταβαλλόμενων συνεργασιών.
- Η Συμφωνία της Μέκκας λειτουργεί ως πρόσθετος μηχανισμός συλλογικής αποτροπής χωρίς να ακυρώνει τις παραδοσιακές συμμαχίες των τριών κρατών.
- Η Τουρκία ενισχύει την περιφερειακή επιρροή της και δημιουργεί νέες δυνατότητες για την αμυντική της βιομηχανία.
- Το νέο σχήμα επηρεάζει τους υπολογισμούς του Ισραήλ και του Ιράν, ενώ συνδέει στενότερα ασφάλεια, ενέργεια και θαλάσσιες οδούς.
- Για την Κύπρο, το κρίσιμο ζητούμενο είναι να διαβάσει έγκαιρα τη νέα ισορροπία ισχύος στην Ανατολική Μεσόγειο.
Πολλαπλά δίκτυα ισχύος
Τα κράτη δεν εγκαταλείπουν κατ’ ανάγκην τις παραδοσιακές τους συμμαχίες. Επιχειρούν, όμως, να αποκτήσουν περισσότερες επιλογές. Η ίδια η συμφωνία είναι ενδεικτική προς τούτο. Η Τουρκία παραμένει μέλος του ΝΑΤΟ, η Σαουδική Αραβία διατηρεί τη στρατηγική της σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Πακιστάν επιδιώκει επίσης λειτουργικές σχέσεις με την Ουάσιγκτον. Παρ’ όλα αυτά, οι τρεις χώρες δημιουργούν έναν πρόσθετο μηχανισμό συλλογικής αποτροπής.
Αυτό είναι το χαρακτηριστικό της νέας πολυπολικότητας: όχι απαραίτητα η αντικατάσταση μιας συμμαχίας από μια άλλη, αλλά η ταυτόχρονη συμμετοχή σε πολλαπλά δίκτυα ισχύος.
Η Τουρκία διευρύνει το αποτύπωμά της
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η Τουρκία. Η Άγκυρα δεν αντιμετωπίζει τη συμφωνία αποκλειστικά ως στρατιωτική συνεργασία. Ενισχύει ένα ευρύτερο δίκτυο επιρροής που εκτείνεται ήδη σε διαφορετικά σημεία της Μέσης Ανατολής και της Αφρικής. Ταυτόχρονα, η αναπτυσσόμενη τουρκική αμυντική βιομηχανία αποκτά πρόσβαση σε νέες αγορές και στρατηγικές συνεργασίες, ενώ η σύνδεση με τη σαουδαραβική οικονομική ισχύ και τις πακιστανικές στρατιωτικές δυνατότητες προσδίδει στο σχήμα ιδιαίτερο βάρος.
Η ισραηλινή και η ιρανική διάσταση
Υπάρχει, όμως, και η ισραηλινή διάσταση. Η ενίσχυση της στρατηγικής συνεργασίας Τουρκίας και Πακιστάν, σε συνδυασμό με τη συμμετοχή της Σαουδικής Αραβίας, δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη στο Ισραήλ. Η πυρηνική ιδιότητα του Πακιστάν δεν μετατρέπει αυτομάτως τη συμφωνία σε πυρηνική συμμαχία, κάτι τέτοιο άλλωστε έχει απορριφθεί, αλλά εισάγει έναν πρόσθετο παράγοντα στους περιφερειακούς υπολογισμούς αποτροπής. Παράλληλα, το Ισραήλ δυνατόν να επιθυμεί μια ακόμη μεγαλύτερη σύσφιξη και ενδυνάμωση των δικών του συμμαχιών.
Αντίστοιχα σύνθετη είναι η σχέση με το Ιράν. Η συμφωνία μπορεί να λειτουργήσει ως μέσο εξισορρόπησης της ιρανικής ισχύος, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι τρεις χώρες επιδιώκουν ευθεία αντιπαράθεση με την Τεχεράνη. Ακριβώς εδώ βρίσκεται η λεπτή ισορροπία της νέας περιφερειακής διπλωματίας: αποτροπή χωρίς αναγκαστικά ρήξη, συνεργασία χωρίς απόλυτη ευθυγράμμιση και συμμαχίες χωρίς αποκλειστικότητα.
Τι σημαίνει για την Κύπρο
Για την Κύπρο, αυτές οι εξελίξεις δεν είναι μακρινές. Η ενίσχυση της περιφερειακής παρουσίας της Τουρκίας, η μεταβολή των ισορροπιών μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ και η αυξανόμενη σύνδεση της ασφάλειας με την ενέργεια και τις θαλάσσιες οδούς επηρεάζουν άμεσα το στρατηγικό περιβάλλον της Ανατολικής Μεσογείου.
Μάλιστα, η Κύπρος εμφανίζεται ήδη μεταξύ των πιθανών εταίρων με τους οποίους η Ινδία θα μπορούσε να ενισχύσει τις σχέσεις της ως απάντηση στη νέα πραγματικότητα. Η Λευκωσία, συνεπώς, οφείλει να διαβάζει τις εξελίξεις όχι ως μεμονωμένα επεισόδια αλλά ως στοιχεία μιας ευρύτερης αναδιάταξης.
Εν κατακλείδι, παρατηρούμε ότι η γεωπολιτική επιστρέφει στις περιφερειακές δυνάμεις. Σε έναν κόσμο πολλαπλών και επικαλυπτόμενων συμμαχιών, το ζητούμενο για τα μικρότερα κράτη δεν είναι απλώς να γνωρίζουν ποιοι είναι οι σύμμαχοί τους, αλλά να αντιλαμβάνονται εγκαίρως πώς αλλάζει η ισορροπία ισχύος γύρω τους και πού τοποθετούνται τα ίδια μέσα σε αυτήν.
Ο Δρ Αντώνης Στ. Στυλιανού είναι Λέκτορας Νομικής στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, LL.B Law (Bristol), Ph.D in Law – International Law and Human Rights (Kent) και Διευθυντής της Μονάδας Νομικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Λευκωσίας.