Η σταδιακή απόσυρση της τεράστιας ρευστότητας που συγκεντρώθηκε στην ευρωζώνη τα προηγούμενα χρόνια δημιουργεί νέες τοποθετήσεις για τα επενδυτικά κεφάλαια. Στο επίκεντρο βρίσκεται η προσδοκία ότι θα διευρυνθεί η διαφορά ανάμεσα στη χρηματοδότηση που αποτυπώνει ο Euribor και στα επιτόκια που συνδέονται με το €STR.
Σύμφωνα με το Bloomberg, σε ρεπορτάζ που μεταφέρει το Mononews, η στρατηγική συνδέεται με τη μείωση της πλεονάζουσας τραπεζικής ρευστότητας. Το διαθέσιμο απόθεμα τοποθετείται περίπου στα 2,13 τρισ. ευρώ, από το υψηλό των 4,75 τρισ. ευρώ το 2022.
Από το ύψος των επιτοκίων στον τρόπο χρηματοδότησης
Η δημόσια συζήτηση εστιάζει συνήθως στο βασικό επιτόκιο της ΕΚΤ. Για μια τράπεζα, όμως, έχει σημασία και το πού βρίσκει χρήματα, για πόσο χρόνο και με ποιους όρους. Καθώς υποχωρεί η αφθονία αποθεμάτων, αυτές οι διαφορές μπορούν να γίνουν πιο αισθητές στην τιμολόγηση.
Ο Euribor αφορά μη εξασφαλισμένη χρηματοδότηση συγκεκριμένης διάρκειας, ενώ το €STR αφορά την αγορά μίας ημέρας. Τα εργαλεία που χρησιμοποιούν οι επαγγελματίες επιτρέπουν τοποθετήσεις στη μεταξύ τους σχέση, με αντιστοίχιση των σχετικών λήξεων.
Ένα τεστ για τη μετάδοση της πολιτικής
Η πρόκληση για την ευρωζώνη είναι να λειτουργεί ομαλά η αγορά και με λιγότερη έκτακτη στήριξη. Η επιστροφή των τραπεζών σε πιο ενεργή αναζήτηση χρηματοδότησης δεν συνιστά από μόνη της αποτυχία της πολιτικής. Μπορεί να αποτελεί μέρος της ομαλοποίησης.
Το κρίσιμο όριο βρίσκεται στο αν αυτή η μετάβαση δημιουργεί δυσανάλογες πιέσεις σε συγκεκριμένα ιδρύματα ή τμήματα της αγοράς. Το συνολικό ύψος της ρευστότητας δεν δείχνει από μόνο του πού βρίσκεται και ποιος μπορεί να την αντλήσει.
Για τις επιχειρήσεις, η συζήτηση καταλήγει στο κόστος χρηματοδότησης και στη διαθεσιμότητα πίστωσης. Για την ΕΚΤ, στο αν οι αποφάσεις της μεταδίδονται με προβλέψιμο τρόπο σε όλη την ευρωζώνη. Το συγκεκριμένο στοίχημα των funds παρακολουθεί ακριβώς αυτή τη μετάβαση, χωρίς να προεξοφλεί ότι θα εξελιχθεί σε τραπεζική κρίση.