Εικόνα διαχρονικής απόκλισης από το νομοθετικό και κανονιστικό πλαίσιο στη διαχείριση του προσωπικού του Δήμου Λεμεσού αποτυπώνει η Ειδική Έκθεση ΕΕ-ΕΥ 24/2026 της Ελεγκτικής Υπηρεσίας. Στο επίκεντρο βρίσκονται η εκτόξευση των υπερωριών κατά 176%, πρόσθετα ωφελήματα συνολικού κόστους €1,9 εκατ., μετατάξεις και προσωπικές μισθολογικές κλίμακες, καθώς και συμβάσεις υπηρεσιών που, σύμφωνα με την έκθεση, χρησιμοποιήθηκαν για την παράκαμψη των κανονικών διαδικασιών πρόσληψης.
Ο έλεγχος αφορά κυρίως τη διαχείριση ανθρώπινου δυναμικού κατά την περίοδο 2017–2024, ενώ επιμέρους αποφάσεις και διορθωτικές ενέργειες επεκτείνονται έως το 2026. Αυτό σημαίνει ότι τα ευρήματα καλύπτουν διαφορετικές δημοτικές διοικήσεις και δεν πρέπει να αποδίδονται στο σύνολό τους στη σημερινή δημοτική αρχή.
Στον πρόλογο της έκθεσης, ο Γενικός Ελεγκτής αναφέρει ότι τα προβλήματα «δεν αποτελούν μεμονωμένες αστοχίες», αλλά δείχνουν πρακτικές που δεν συνάδουν με τις αρχές της νομιμότητας και της χρηστής διοίκησης. Επισημαίνεται επίσης ότι ο Δήμος δεν ήταν πάντοτε σε θέση να τεκμηριώσει ενέργειες ή να προσκομίσει κρίσιμα στοιχεία, γεγονός που, κατά την Ελεγκτική, πλήττει τη διαφάνεια και αφήνει ανοικτά ερωτήματα για συγκεκριμένες διοικητικές πράξεις.
Από €492.563 σε €1.359.681 οι υπερωρίες
Το πιο ηχηρό οικονομικό εύρημα αφορά το κόστος υπερωριακής απασχόλησης. Από €492.563 το 2017, οι σχετικές δαπάνες ανήλθαν σε €1.359.681 το 2024. Πρόκειται για αύξηση €867.118 ή 176%, παρά τις διαβεβαιώσεις που, σύμφωνα με την έκθεση, έδινε ο Δήμος ήδη από το 2011 ότι καταβάλλονταν προσπάθειες περιορισμού των υπερωριών στις απολύτως αναγκαίες.
Η Ελεγκτική καταγράφει περιπτώσεις πληρωμών χωρίς την προβλεπόμενη προέγκριση, ανεπαρκή τεκμηρίωση, καθώς και αποζημιώσεις που δεν επιβεβαιώνονταν από το ηλεκτρονικό σύστημα καταγραφής προσέλευσης και αποχώρησης.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται σε ανώτερο λειτουργό κλίμακας Α13, στον οποίο καταβλήθηκαν συνολικά €114.784 για υπερωριακή απασχόληση την περίοδο 2017–2023. Η έκθεση αναφέρει ότι η αποζημίωση καταβαλλόταν στο 100%, αντί στο 60% που προβλέπει σχετική εγκύκλιος του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού της 27ης Νοεμβρίου 2020. Καταγράφεται ακόμη ότι η αρχική έγκριση δόθηκε από τον τότε δήμαρχο και όχι από το Δημοτικό Συμβούλιο.
Το προηγούμενο Δημοτικό Συμβούλιο ενέκρινε στις 26 Ιουλίου 2023 τη συνέχιση και την αναδρομική κάλυψη της υπερωριακής απασχόλησης. Ωστόσο, σύμφωνα με την Ελεγκτική, κατά την ψηφοφορία παρευρίσκονταν μόνο 13 από τα 27 μέλη, αριθμός που δεν εξασφάλιζε απαρτία.
Μετατάξεις παρά τη νομική γνωμάτευση
Η έκθεση εξετάζει αποφάσεις για μετονομασίες θέσεων και επιλεκτικές αναβαθμίσεις μισθολογικών κλιμάκων. Τέσσερις από τους 21 τροχονόμους που υπηρετούσαν στον Δήμο τον Ιούνιο του 2025 μετονομάστηκαν σε βοηθούς γραμματειακού λειτουργού και δύο από αυτούς τοποθετήθηκαν σε προσωπική κλίμακα Α8+4.
Η απόφαση ελήφθη, όπως σημειώνει η Ελεγκτική, παρότι ο Δήμος είχε ενώπιόν του νομική γνωμάτευση της 24ης Ιουνίου 2025, σύμφωνα με την οποία η μετάταξη δεν ήταν επιτρεπτή ή νόμιμη εφόσον δεν καταργείτο συνολικά η κατηγορία των τροχονόμων. Προσωπικές κλίμακες παραχωρήθηκαν και σε άλλους υπαλλήλους, με την Ελεγκτική να κρίνει ότι οι ρυθμίσεις δεν συνάδουν με όσα ισχύουν στον δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα.
Η σημερινή διοίκηση ενημέρωσε αρχικά ότι το Δημοτικό Συμβούλιο δεν θα ανακαλούσε τις αποφάσεις. Ακολούθως, σε συνεδρία της 12ης Μαρτίου 2026, έγινε μερική ανάκλησή τους. Η Ελεγκτική σημειώνει ότι στην επιστολή του Δήμου της 17ης Μαρτίου 2026 δεν εξηγήθηκαν οι λόγοι που οδήγησαν στην αλλαγή στάσης.
Συμβάσεις υπηρεσιών και έξι εργοδοτούμενοι αορίστου χρόνου
Σοβαρό κεφάλαιο της έκθεσης αφορά τη χρήση συμβάσεων παροχής υπηρεσιών για ενίσχυση της στελέχωσης. Κατά την Ελεγκτική, η πρακτική αυτή παρέκαμπτε τις νόμιμες διαδικασίες πρόσληψης και οδηγούσε σε συμβάσεις που στην πράξη παρέπεμπαν σε σχέση μισθωτού και όχι αυτοεργοδοτουμένου.
Μετά τη συμπλήρωση πέραν των 30 μηνών υπηρεσίας και προσφυγή στις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων, έξι πρόσωπα αναγνωρίστηκαν το 2024 ως εργοδοτούμενοι αορίστου χρόνου. Η σύσταση της Ελεγκτικής είναι ο Δήμος να τερματίσει τη σύναψη συμβάσεων υπηρεσιών που ουσιαστικά καλύπτουν πάγιες ανάγκες στελέχωσης.
€1,9 εκατ. σε πρόσθετα ωφελήματα
Μέσω συλλογικών συμβάσεων, το προσωπικό λάμβανε ωφελήματα πέραν εκείνων που περιλαμβάνονται στους κανονισμούς που είχε υιοθετήσει ο Δήμος. Ενδεικτικά, καταβαλλόταν σε όλο το προσωπικό πριν από το Πάσχα επίδομα ύψους 82,93% του βασικού μισθού.
Το συνολικό κόστος των πρόσθετων αυτών ωφελημάτων ανήλθε σε €1,9 εκατ. την τριετία 2022–2024, με τη δαπάνη μόνο για το 2024 να φθάνει τις €692.233. Ο δήμαρχος ανέφερε στην απαντητική επιστολή ότι τα ωφελήματα προέκυψαν από σχετικές κυβερνητικές αποφάσεις, όμως η Ελεγκτική σημειώνει ότι αυτό δεν τεκμηριώθηκε.
Παράλληλα, οι δαπάνες για διάφορα επιδόματα αυξήθηκαν από €112.641 το 2021 σε €162.038 το 2023, δηλαδή κατά 44%. Σε μία χαρακτηριστική περίπτωση, ωρομίσθιος λάμβανε μηνιαίο επίδομα τεχνικού γκαράζ €434 και ταυτόχρονα πληρώθηκε με επιπλέον €13.717 για υπερωρίες μέσα στο 2024.
Ζήτημα ανεξαρτησίας του εσωτερικού ελέγχου
Η Ελεγκτική εντοπίζει πρόβλημα και στο Σχέδιο Υπηρεσίας του Εσωτερικού Ελεγκτή, καθώς περιλαμβάνει πρόνοια για διενέργεια ερευνών που ανατίθενται από τον δήμαρχο ή τον δημοτικό γραμματέα. Κατά την έκθεση, η ρύθμιση αυτή επηρεάζει την ανεξαρτησία της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου και, από την 1η Ιουλίου 2024, δεν συνάδει με το άρθρο 109 του περί Δήμων Νόμου.
Ο δήμαρχος γνωστοποίησε ότι δεν συμμερίζεται την άποψη της Ελεγκτικής και παρέπεμψε το ζήτημα στην Ένωση Δήμων Κύπρου. Στις 24 Μαρτίου 2026 ενημέρωσε ότι το θέμα είχε τεθεί ενώπιον της Μεικτής Επιτροπής Προσωπικού.
Η κεντρική σύσταση της Ελεγκτικής είναι η σημερινή διοίκηση να επανακαθορίσει συνολικά τη στρατηγική διαχείρισης προσωπικού, με σαφείς κανόνες, δημοσιευμένα Σχέδια Υπηρεσίας, ενισχυμένο εσωτερικό έλεγχο, πλήρη τεκμηρίωση των υπερωριών και των επιδομάτων και ένα διαφανές μακροχρόνιο σχέδιο. Η έκθεση προειδοποιεί ότι αποσπασματικές κινήσεις αυξάνουν τον διοικητικό και νομικό κίνδυνο και έχουν άμεσο αντίκτυπο στην οικονομική διαχείριση του Δήμου.
Το ρεπορτάζ βασίζεται στην Ειδική Έκθεση ΕΕ-ΕΥ 24/2026 της Ελεγκτικής Υπηρεσίας, περιλαμβανομένων των απαντήσεων του ελεγχόμενου φορέα που ενσωματώθηκαν σε αυτή.