Έντονο προβληματισμό προκαλεί το γεγονός ότι οικογένειες και μονογονεϊκά νοικοκυριά με περιουσιακά στοιχεία συνολικής αξίας έως και €1,2 εκατ. εξακολουθούν να δικαιούνται κρατικές κοινωνικές παροχές, όπως το επίδομα τέκνου και το επίδομα μονογονεϊκής οικογένειας.
Παρότι η σχετική νομοθεσία έχει τροποποιηθεί αρκετές φορές από το 2002, το ανώτατο περιουσιακό όριο παρέμεινε αμετάβλητο, εγείροντας ερωτήματα για το κατά πόσο τα συγκεκριμένα επιδόματα εξακολουθούν να στοχεύουν αποτελεσματικά στα νοικοκυριά που έχουν πραγματική ανάγκη.
Το θέμα αναμένεται να απασχολήσει και την Κοινοβουλευτική Επιτροπή Ελέγχου, η οποία εξετάζει την έκθεση της Ελεγκτικής Υπηρεσίας για το Υφυπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας και τις εισηγήσεις για εξορθολογισμό των κοινωνικών παροχών.
Περιουσία έως €1,2 εκατ. και δικαίωμα σε επίδομα
Με βάση το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο, για να λάβει μια οικογένεια επίδομα τέκνου θα πρέπει, μεταξύ άλλων, η συνολική αξία των περιουσιακών της στοιχείων να μην υπερβαίνει το €1.200.000, συμπεριλαμβανομένων ακινήτων, τραπεζικών καταθέσεων, μετοχών, ομολόγων και άλλων περιουσιακών στοιχείων.
Παράλληλα ισχύουν εισοδηματικά κριτήρια, τα οποία ξεκινούν από €49.000 ετήσιο ακαθάριστο οικογενειακό εισόδημα για οικογένειες με ένα εξαρτώμενο παιδί και αυξάνονται ανάλογα με τον αριθμό των τέκνων.
Ωστόσο, η απουσία κλιμακωτής αξιολόγησης της περιουσίας σημαίνει ότι δύο οικογένειες με εντελώς διαφορετική οικονομική κατάσταση μπορούν να λάβουν ακριβώς το ίδιο ποσό επιδόματος.
Παραδείγματα που αναδεικνύουν τις ανισότητες
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί οικογένεια με δύο παιδιά, κατοικία αξίας €600.000 και τραπεζικές καταθέσεις άλλων €600.000, η οποία, εφόσον πληροί το εισοδηματικό κριτήριο, μπορεί να λάβει €643 για κάθε παιδί.
Το ίδιο ακριβώς ποσό δικαιούται και μια οικογένεια με σαφώς χαμηλότερη περιουσία και σημαντικά μικρότερο εισόδημα.
Αντίστοιχα, στο επίδομα μονογονεϊκής οικογένειας, ένας μονογονέας με περιουσία €1,2 εκατ. και εισόδημα εντός των προβλεπόμενων ορίων μπορεί να λαμβάνει €200 τον μήνα ανά παιδί, όσο ακριβώς και ένας μονογονέας χωρίς ουσιαστική περιουσία.
Η πρόθεση της Ζέτας Αιμιλιανίδου
Το ζήτημα είχε αναγνωριστεί και από την αείμνηστη Υπουργό Εργασίας Ζέτα Αιμιλιανίδου, η οποία το 2021 είχε δηλώσει ενώπιον της ad hoc Επιτροπής για το Δημογραφικό ότι το όριο των €1,2 εκατ. αποτελεί «υπερβολικό ποσό».
Όπως είχε αναφέρει τότε, στόχος του Υπουργείου ήταν να κατατεθεί νομοσχέδιο ώστε το συγκεκριμένο περιουσιακό όριο να μειωθεί και να εναρμονιστεί με εκείνο που εφαρμόζεται στα υπόλοιπα κοινωνικά επιδόματα.
Η πρωτοβουλία, ωστόσο, δεν ολοκληρώθηκε.
Διαφορετικά κριτήρια στα υπόλοιπα επιδόματα
Η διαφοροποίηση γίνεται ακόμη πιο εμφανής στην περίπτωση του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος (ΕΕΕ).
Για τη συγκεκριμένη παροχή, η αξία της ακίνητης περιουσίας δεν μπορεί να υπερβαίνει τις €100.000, ενώ οι τραπεζικές καταθέσεις του νοικοκυριού περιορίζονται στις €5.000, με μικρή προσαύξηση για κάθε επιπλέον μέλος της οικογένειας.
Η μεγάλη απόκλιση μεταξύ των δύο συστημάτων δημιουργεί ερωτήματα για τη συνοχή της κοινωνικής πολιτικής και για τον τρόπο με τον οποίο κατανέμονται οι δημόσιοι πόροι.
Η Ελεγκτική Υπηρεσία ζητά εξορθολογισμό
Στην πρόσφατη έκθεσή της για το Υφυπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας, η Ελεγκτική Υπηρεσία εισηγείται την ενοποίηση και τον εξορθολογισμό των δημόσιων επιδομάτων, ώστε αυτά να στοχεύουν αποτελεσματικότερα στα νοικοκυριά με πραγματικές οικονομικές ανάγκες.
Η Υπηρεσία επισημαίνει επίσης την ανάγκη ενίσχυσης των μηχανισμών ελέγχου, προκειμένου να διασφαλίζεται η ορθότερη αξιοποίηση των κρατικών πόρων.
Strategist View
Η συζήτηση δεν αφορά το κατά πόσο πρέπει να στηρίζονται οι οικογένειες και οι μονογονείς, αλλά τον τρόπο με τον οποίο κατανέμονται οι διαθέσιμοι δημόσιοι πόροι. Όταν το ίδιο επίδομα καταβάλλεται σε νοικοκυριά με εντελώς διαφορετική οικονομική δυνατότητα, τίθεται ζήτημα αποτελεσματικότητας της κοινωνικής πολιτικής. Η πιθανή αναθεώρηση του περιουσιακού κριτηρίου και η υιοθέτηση πιο στοχευμένων μηχανισμών θα μπορούσαν να επιτρέψουν την καλύτερη στήριξη των πραγματικά ευάλωτων ομάδων, χωρίς να αυξηθεί η συνολική δημοσιονομική δαπάνη.