Η συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση βρίσκεται εδώ και μήνες στην επικαιρότητα, συνοδευόμενη από αναφορές σε αυξήσεις, πυλώνες, αναλογιστικές μειώσεις και Ταμεία Προνοίας. Πίσω από τους τεχνικούς όρους βρίσκεται, όμως, ένα ζήτημα που αφορά σχεδόν όλους: τους σημερινούς συνταξιούχους, όσους πλησιάζουν στην αφυπηρέτηση και τους νεότερους εργαζομένους που χρηματοδοτούν σήμερα το σύστημα.
Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η πρότασή της θα οδηγήσει σε υψηλότερες και πιο δίκαιες συντάξεις, με μεγαλύτερη στήριξη προς τα χαμηλότερα εισοδήματα. Εργατικές συντεχνίες, εργοδοτικές οργανώσεις και πολιτικά κόμματα συμφωνούν ότι το σύστημα χρειάζεται αλλαγές, αλλά ζητούν περισσότερες απαντήσεις για την επάρκεια των συντάξεων, τη χρηματοδότηση και τη μακροχρόνια βιωσιμότητα του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων.
Το βασικό που πρέπει να γνωρίζει ο πολίτης είναι ότι η μεταρρύθμιση δεν έχει ακόμη ψηφιστεί. Πρόκειται για κυβερνητική πρόταση που βρίσκεται σε συνεχή κοινωνικό και πολιτικό διάλογο και μπορεί να διαφοροποιηθεί πριν κατατεθεί στη Βουλή.
Τι είναι οι πυλώνες του συνταξιοδοτικού
Για να γίνει κατανοητή η μεταρρύθμιση, χρειάζεται πρώτα να εξηγηθεί τι σημαίνουν οι πυλώνες στους οποίους αναφέρονται η κυβέρνηση και οι κοινωνικοί εταίροι.
- Ο πυλώνας μηδέν αφορά την προστασία από τη φτώχεια. Σε αυτόν εντάσσεται το επίδομα χαμηλοσυνταξιούχου και γενικότερα η κρατική στήριξη που συμπληρώνει το εισόδημα όσων λαμβάνουν πολύ χαμηλή σύνταξη.
- Ο πρώτος πυλώνας είναι η κύρια σύνταξη από το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Συνδέεται με τις ασφαλιστικές εισφορές του εργαζομένου, του εργοδότη και του κράτους και περιλαμβάνει βασικό και συμπληρωματικό μέρος.
- Ο δεύτερος πυλώνας αφορά τα επαγγελματικά συνταξιοδοτικά σχέδια και κυρίως τα Ταμεία Προνοίας. Πρόκειται για επιπρόσθετη αποταμίευση που δημιουργείται κατά τη διάρκεια της εργασίας μέσω εισφορών εργαζομένων και εργοδοτών.
- Ο τρίτος πυλώνας αφορά την προαιρετική ιδιωτική αποταμίευση, όπως ιδιωτικά συνταξιοδοτικά και ασφαλιστικά σχέδια. Βασίζεται στην προσωπική επιλογή και δεν αποτελεί το κεντρικό αντικείμενο της παρούσας μεταρρύθμισης.
Η κυβερνητική πρόταση επικεντρώνεται κυρίως στον πυλώνα μηδέν και στον πρώτο πυλώνα. Για τον δεύτερο πυλώνα συνεχίζεται χωριστός διάλογος, με σημαντικές διαφωνίες ως προς το κατά πόσο τα Ταμεία Προνοίας πρέπει να επεκταθούν υποχρεωτικά σε όλους τους εργαζομένους.
Τι προτείνει η κυβέρνηση
Η κυβερνητική πρόταση προβλέπει αυξήσεις στις συντάξεις, με μεγαλύτερη ενίσχυση για όσους βρίσκονται στα χαμηλότερα εισοδηματικά επίπεδα.
Η λογική δεν είναι να δοθεί το ίδιο ποσοστό σε όλους, αλλά να εφαρμοστούν διαφοροποιημένες αυξήσεις, ανάλογα με τη σύνταξη, τα χρόνια εισφορών και τα ασφαλιστικά δεδομένα κάθε δικαιούχου.
Σύμφωνα με τον Υπουργό Εργασίας Μαρίνο Μουσιούττα:
- περίπου 50.000 συνταξιούχοι αναμένεται να λάβουν συνολική μηνιαία αύξηση άνω των €100,
- από αυτούς, περίπου 8.000 συνταξιούχοι εκτιμάται ότι θα λάβουν αύξηση μεγαλύτερη των €200.
Οι αυξήσεις αυτές δεν θα δοθούν ολόκληρες από τον πρώτο χρόνο. Προτείνεται να εφαρμοστούν σταδιακά σε βάθος πενταετίας:
- 30% της συνολικής αύξησης το 2027,
- 30% το 2028,
- 10% το 2029,
- 10% το 2030,
- 20% το 2031.
Αυτό σημαίνει ότι, εάν ένας συνταξιούχος δικαιούται συνολική αύξηση €100, δεν θα λάβει αμέσως ολόκληρο το ποσό. Θα πάρει μέρος της αύξησης τα πρώτα χρόνια και θα φτάσει στο πλήρες ποσό μετά την ολοκλήρωση της πενταετούς εφαρμογής.
Η κυβέρνηση διαβεβαιώνει επίσης ότι κανένας υφιστάμενος συνταξιούχος δεν θα καταλήξει να λαμβάνει λιγότερα από όσα λαμβάνει σήμερα.
Πώς επηρεάζονται οι χαμηλοσυνταξιούχοι
Η μεγαλύτερη αλλαγή για τους χαμηλοσυνταξιούχους εντοπίζεται στον πυλώνα μηδέν.
Σήμερα, ένας χαμηλοσυνταξιούχος μπορεί να λαμβάνει σύνταξη από το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων και επιπρόσθετα το επίδομα χαμηλοσυνταξιούχου, το γνωστό «μικρό τσεκ».
Η πρόταση επιχειρεί να αναδιαμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο παρέχεται αυτή η στήριξη, ώστε το συνολικό μηνιαίο εισόδημα να φτάνει μέχρι τα €900, από περίπου €794 σήμερα.
Η κυβέρνηση παρουσιάζει τη ρύθμιση ως σημαντική αύξηση της προστασίας των χαμηλοσυνταξιούχων και διαβεβαιώνει ότι η αναδιαμόρφωση ή ενσωμάτωση του επιδόματος δεν θα οδηγήσει κανέναν υφιστάμενο δικαιούχο σε χαμηλότερο συνολικό εισόδημα.
Οι εργατικές συντεχνίες επισημαίνουν, ωστόσο, ότι το ποσό των €900 εξακολουθεί να βρίσκεται κάτω από το όριο κινδύνου φτώχειας, το οποίο βρίσκεται στα 1018 ευρώ.
Τι λένε οι εργατικές συντεχνίες ΠΕΟ και ΣΕΚ
Οι εργατικές συντεχνίες συμφωνούν ότι η μεταρρύθμιση πρέπει να εξασφαλίζει επαρκές εισόδημα για τους σημερινούς και τους μελλοντικούς συνταξιούχους. Ωστόσο, η κάθε οργάνωση δίνει τη δική της έμφαση στα ζητήματα που παραμένουν ανοικτά.
Η ΠΕΟ, μέσω της γενικής γραμματέως της Σωτηρούλλας Χαραλάμπους, επικεντρώνεται κυρίως στη στήριξη των χαμηλοσυνταξιούχων. Ζητά να παρουσιαστεί η αναλογιστική ανάλυση βάσει της οποίας η κυβέρνηση κατέληξε στο συνολικό εισόδημα των €900, επισημαίνοντας ότι το ποσό εξακολουθεί να βρίσκεται κάτω από το όριο κινδύνου φτώχειας.
Η ΠΕΟ ζητά επίσης να διευκρινιστεί ποιο μέρος του κόστους θα καλυφθεί από το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων και ποιο από τον κρατικό προϋπολογισμό. Σε σχέση με το 12%, θεωρεί ότι η όποια ελάφρυνση πρέπει να αφορά ολόκληρη και όχι μόνο μέρος της αναλογιστικής μείωσης. Παράλληλα, θέτει τα ζητήματα της σύνταξης χηρείας για άνδρες πριν από το 2018 και της σταδιακής επέκτασης των Ταμείων Προνοίας σε όλους τους εργαζομένους.
Η ΣΕΚ θέτει ως βασική προϋπόθεση να μην υπάρξει οποιαδήποτε μείωση των υφιστάμενων ή μελλοντικών συνταξιοδοτικών ωφελημάτων. Δηλώνει ότι δεν θα αποδεχθεί αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης ή νέα επιβάρυνση των εργαζομένων μέσω υψηλότερων εισφορών.
Ζητά επίσης επαρκή και κοινωνικά δίκαιη αντιμετώπιση της αναλογιστικής μείωσης του 12%, προστασία των μελλοντικών συνταξιούχων και συγκεκριμένο σχεδιασμό για τα Ταμεία Προνοίας. Στη θέση της περιλαμβάνεται και η αποκατάσταση της αδικίας για τους άνδρες χήρους των οποίων οι σύζυγοι απεβίωσαν πριν από το 2018.
Τι λένε οι εργοδοτικές οργανώσεις ΟΕΒ και ΚΕΒΕ
Οι εργοδοτικές οργανώσεις συμφωνούν ότι το συνταξιοδοτικό σύστημα χρειάζεται εκσυγχρονισμό, αλλά ζητούν πλήρη τεκμηρίωση του κόστους και διασφάλιση της μακροχρόνιας βιωσιμότητας του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων.
Η ΟΕΒ θέτει ως βασική προϋπόθεση να μην υπάρξει αύξηση στις εισφορές εργαζομένων και εργοδοτών ούτε πρόσθετη επιβάρυνση του κόστους απασχόλησης.
Ζητά να διατηρηθεί δίκαιη και αναλογική σχέση μεταξύ των εισφορών που καταβάλλει κάθε ασφαλισμένος και των παροχών που τελικά λαμβάνει. Εκφράζει επίσης ανησυχία για το ενδεχόμενο να παραμείνει στο νέο πλαίσιο ένα «παράθυρο» για μελλοντική αύξηση των εισφορών.
Στο θέμα των Ταμείων Προνοίας, η ΟΕΒ διατηρεί επιφυλάξεις για την υποχρεωτική και καθολική εφαρμογή τους, εφόσον αυτή συνεπάγεται νέο κόστος για τις επιχειρήσεις.
Το ΚΕΒΕ θεωρεί ότι στην κυβερνητική πρόταση εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές ασάφειες. Ζητά πλήρη εικόνα για το συνολικό κόστος, τις πηγές χρηματοδότησης και τις επιπτώσεις σε κάθε κατηγορία ασφαλισμένων και επιχειρήσεων.
Επισημαίνει ότι οι αλλαγές στη σχέση μεταξύ βασικής και συμπληρωματικής σύνταξης, καθώς και η εισαγωγή νέων ασφαλιστικών πιστώσεων, μεταβάλλουν ουσιαστικά την αρχιτεκτονική του συστήματος.
Ζητά η μεταρρύθμιση να στηρίζεται σε πλήρη αναλογιστική και δημοσιονομική τεκμηρίωση και να μην πλήττει την επιχειρηματικότητα, την ανταγωνιστικότητα ή τη σταθερότητα των δημόσιων οικονομικών. Το ΚΕΒΕ έχει αναθέσει σε τεχνοκράτες την αξιολόγηση της πρότασης πριν καταθέσει τις τελικές γραπτές του θέσεις.
Τι λένε τα μεγάλα κόμματα ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ
Τα δύο μεγάλα κόμματα αναγνωρίζουν την ανάγκη μεταρρύθμισης, αλλά θέτουν διαφορετικές προτεραιότητες ως προς το περιεχόμενο και τις βασικές διασφαλίσεις του νέου συστήματος.
Ο ΔΗΣΥ δίνει μεγαλύτερο βάρος στη μακροχρόνια βιωσιμότητα του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων και στην πλήρη κοστολόγηση της μεταρρύθμισης.
Η πρόεδρος του κόμματος, Αννίτα Δημητρίου, ζητά να προηγηθούν η απαραίτητη προεργασία και η τεκμηριωμένη ανάλυση πριν από την κατάθεση του νομοσχεδίου στη Βουλή.
Ο ΔΗΣΥ θέτει ως βασικές προϋποθέσεις την ενίσχυση της επάρκειας των συντάξεων, τη μη αύξηση των εισφορών, τη μη αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης πέραν των 65 ετών και τη διασφάλιση ότι οι αλλαγές δεν θα οδηγήσουν σε χαμηλότερες συντάξεις.
Αναμένει επίσης σαφείς απαντήσεις από τους Υπουργούς Εργασίας και Οικονομικών για το κόστος και τις πηγές χρηματοδότησης. Το κόμμα δεν έχει τοποθετηθεί οριστικά υπέρ ή κατά της κυβερνητικής πρότασης, καθώς αναμένει το τελικό νομοσχέδιο.
Το ΑΚΕΛ επικεντρώνεται περισσότερο στην αντιμετώπιση της συνταξιοδοτικής φτώχειας και ζητά μια πραγματική, προοδευτική και συνολική μεταρρύθμιση, η οποία δεν θα περιορίζεται σε αυξήσεις για ορισμένες κατηγορίες.
Θέτει ως στόχο να μην υπάρχει κανένας συνταξιούχος με εισόδημα κάτω από το πραγματικό όριο της φτώχειας και ζητά ουσιαστική αύξηση των χαμηλών συντάξεων, δίκαιη αντιμετώπιση της αναλογιστικής μείωσης του 12%, κατοχύρωση Ταμείου Προνοίας για όλους τους εργαζομένους και ειδικά σχέδια στήριξης των χαμηλοσυνταξιούχων.
Ζητά επίσης την αποκατάσταση της αδικίας για τους άνδρες χήρους των οποίων οι σύζυγοι απεβίωσαν πριν από το 2018.
Για το ΑΚΕΛ, το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο πότε θα κατατεθεί το νομοσχέδιο, αλλά πόσους συνταξιούχους θα ωφελήσει, πόσο θα αυξηθούν πραγματικά οι συντάξεις και εάν η μεταρρύθμιση θα καλύπτει συνολικά όλους τους πυλώνες του συστήματος.
Συνεχείς συναντήσεις πριν από τις αποφάσεις
Ο διάλογος γύρω από τη μεταρρύθμιση βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη. Το Εργατικό Συμβουλευτικό Σώμα συνεδριάζει επανειλημμένα υπό τον Υπουργό Εργασίας, εξετάζοντας ξεχωριστά τον πυλώνα μηδέν, τον πρώτο πυλώνα, την αναλογιστική μείωση του 12% και τα Ταμεία Προνοίας.
Παράλληλα, πραγματοποιούνται συνεχείς διμερείς συναντήσεις μεταξύ πολιτικών κομμάτων, εργατικών συντεχνιών και εργοδοτικών οργανώσεων. Ο ΔΗΣΥ έχει ήδη πραγματοποιήσει επαφές με τη ΣΕΚ, το ΚΕΒΕ και την ΟΕΒ, ενώ οι οργανώσεις συνεχίζουν κύκλο συναντήσεων και με άλλες πολιτικές δυνάμεις.
Στόχος είναι να καταγραφούν οι διαφωνίες και να επιτευχθούν όσο το δυνατόν περισσότερες συγκλίσεις πριν το νομοσχέδιο οδηγηθεί στη Βουλή. Μέχρι στιγμής, πάντως, δεν υπάρχει συνολική συμφωνία.
Τι θα γίνει με τα Ταμεία Προνοίας
Τα Ταμεία Προνοίας αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα σημεία διαφωνίας μεταξύ των εργατικών συντεχνιών και των εργοδοτικών οργανώσεων.
ΠΕΟ και ΣΕΚ ζητούν συγκεκριμένο οδικό χάρτη, ώστε σταδιακά κάθε εργαζόμενος να διαθέτει, πέραν της σύνταξης από το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, και συμπληρωματική κάλυψη μέσω Ταμείου Προνοίας.
ΟΕΒ και ΚΕΒΕ εκφράζουν επιφυλάξεις για μια υποχρεωτική και καθολική εφαρμογή του δεύτερου πυλώνα, εφόσον αυτή συνεπάγεται νέες εισφορές και πρόσθετο κόστος για τις επιχειρήσεις.
Για τον λόγο αυτό, η συζήτηση για τον δεύτερο πυλώνα αναμένεται να συνεχιστεί χωριστά και δεν θεωρείται δεδομένο ότι όλες οι σχετικές αλλαγές θα περιληφθούν στο πρώτο νομοσχέδιο.
Πόσο θα κοστίσει η μεταρρύθμιση
Το πρόσθετο κόστος υπολογίζεται περίπου στα €75 εκατ. ετησίως ή €450 εκατ. σε βάθος εξαετίας.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι από πού θα προέλθουν αυτά τα χρήματα. Οι κοινωνικοί εταίροι ζητούν να διευκρινιστεί τι θα χρηματοδοτείται από το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων και τι από τον κρατικό προϋπολογισμό.
Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η πρόταση βασίζεται σε αναλογιστικές μελέτες και λαμβάνει υπόψη τόσο τη βιωσιμότητα του Ταμείου όσο και τη σταθερότητα των δημόσιων οικονομικών.
Οι εργατικές συντεχνίες και οι εργοδοτικές οργανώσεις, όμως, αναμένουν αναλυτική παρουσίαση των αριθμών από το Υπουργείο Οικονομικών.
Πότε αναμένεται να εφαρμοστεί
Στόχος της κυβέρνησης είναι η μεταρρύθμιση να τεθεί σε εφαρμογή από την 1η Ιανουαρίου 2027, εφόσον ολοκληρωθεί ο κοινωνικός διάλογος και ψηφιστεί εγκαίρως το νομοσχέδιο.
Οι πρώτες αυξήσεις επιδιώκεται να καταβληθούν μαζί με τις συντάξεις της 1ης Φεβρουαρίου 2027. Η πλήρης αύξηση, ωστόσο, θα ολοκληρωθεί σταδιακά μέχρι το 2031.
Πριν από την κατάθεση στη Βουλή παραμένουν ανοικτά σημαντικά ζητήματα:
- η τελική ρύθμιση για το 12%,
- η χρηματοδότηση της μεταρρύθμισης,
- το ύψος της προστασίας των χαμηλοσυνταξιούχων,
- οι συντάξεις χηρείας,
- ο σχεδιασμός για τα Ταμεία Προνοίας.
Επομένως, οι αυξήσεις και οι υπόλοιπες αλλαγές πρέπει σε αυτό το στάδιο να αντιμετωπίζονται ως κυβερνητικές προτάσεις υπό διαμόρφωση και όχι ως τελικές αποφάσεις.
MoneyMatters Insight
Η συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε δύο διαφορετικές αλλά εξίσου σημαντικές ανάγκες: να αυξηθεί σήμερα το εισόδημα των συνταξιούχων και να παραμείνει βιώσιμο το σύστημα για όσους θα αφυπηρετήσουν μετά από δέκα, είκοσι ή τριάντα χρόνια.
Η προτεινόμενη ενίσχυση των χαμηλοσυνταξιούχων και οι αυξήσεις για περίπου 50.000 δικαιούχους αποτελούν σημαντικές παρεμβάσεις. Ωστόσο, το προτεινόμενο όριο των €900, οι ασαφείς ακόμη πηγές χρηματοδότησης και το ενδεχόμενο μελλοντικών αυξήσεων στις εισφορές δείχνουν ότι η συζήτηση απέχει από το να θεωρηθεί ολοκληρωμένη.
Οι εργατικές συντεχνίες δίνουν προτεραιότητα στην επάρκεια των συντάξεων και στην προστασία από τη φτώχεια. Οι εργοδοτικές οργανώσεις επικεντρώνονται περισσότερο στη βιωσιμότητα, στην αναλογικότητα εισφορών και παροχών και στην αποφυγή νέων επιβαρύνσεων. Τα μεγάλα κόμματα, από τη δική τους πλευρά, θέτουν τις πολιτικές τους προϋποθέσεις πριν από τη συζήτηση στη Βουλή.
Η πραγματική αξία της μεταρρύθμισης θα κριθεί όχι μόνο από το πόσα περισσότερα θα λάβουν οι σημερινοί συνταξιούχοι, αλλά και από το κατά πόσο οι σημερινοί εργαζόμενοι θα μπορούν να εμπιστευθούν ότι το σύστημα θα είναι σε θέση να τους καταβάλει επαρκείς συντάξεις στο μέλλον.
The post Ερμηνεύοντας την κυπριακή οικονομία – Η νέα συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση με απλά λόγια: Αυξήσεις, μειώσεις και εκκρεμότητες appeared first on moneymatters.cy.