Η κυπριακή οικονομία παρουσιάζει μια εικόνα που μοιάζει αντιφατική. Από τη μία, η χώρα καταγράφει ανάπτυξη, αύξηση των μέσων απολαβών και θετική δημοσιονομική πορεία. Από την άλλη, πολλά νοικοκυριά εξακολουθούν να δυσκολεύονται να καλύψουν τις καθημερινές τους ανάγκες.
Η αντίφαση δεν σημαίνει ότι οι επίσημοι δείκτες είναι λανθασμένοι. Σημαίνει ότι η ανάπτυξη δεν κατανέμεται ομοιόμορφα και δεν μετατρέπεται αυτόματα σε βελτίωση της ζωής κάθε πολίτη.
Η ανάπτυξη δεν φτάνει παντού
Το πραγματικό Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν της Κύπρου αυξήθηκε κατά 3,8% το 2025. Για το 2026, οι επίσημες προβλέψεις τοποθετούν την ανάπτυξη περίπου στο 2,7%, υποδεικνύοντας συνέχιση της θετικής πορείας, αλλά με πιο συγκρατημένο ρυθμό.
Το ΑΕΠ, όμως, καταγράφει τη συνολική αξία των αγαθών και των υπηρεσιών που παράγονται. Δεν δείχνει πώς κατανέμεται το εισόδημα, ποιοι κλάδοι ωφελούνται περισσότερο ή πόσα χρήματα απομένουν σε μια οικογένεια μετά την πληρωμή των βασικών υποχρεώσεων.
Μια οικονομία μπορεί, επομένως, να αναπτύσσεται, ενώ ταυτόχρονα διευρύνεται η απόσταση μεταξύ εκείνων που διαθέτουν υψηλά εισοδήματα ή περιουσιακά στοιχεία και εκείνων που εξαρτώνται αποκλειστικά από έναν μισθό, μια σύνταξη ή ένα επίδομα.
Οι μέσοι μισθοί δεν λένε όλη την αλήθεια
Οι μέσες ακαθάριστες μηνιαίες απολαβές ανήλθαν στα €2.601 κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026, παρουσιάζοντας ετήσια αύξηση 3,7%. Σε εποχικά διορθωμένη βάση, υπολογίστηκαν στα €2.652.
Ο μέσος όρος, ωστόσο, δεν αντιστοιχεί απαραίτητα στον μισθό που λαμβάνει η πλειονότητα. Οι υψηλές απολαβές ενός μικρότερου αριθμού εργαζομένων μπορούν να αυξήσουν τον μέσο μισθό, ακόμη και όταν πολλοί αμείβονται σημαντικά χαμηλότερα.
Πρόκειται επίσης για ακαθάριστες απολαβές. Το ποσό που καταλήγει στον εργαζόμενο είναι χαμηλότερο μετά τις εισφορές και τις κρατήσεις.
Παράλληλα, υπάρχουν σημαντικές διαφορές ανάμεσα στους κλάδους, στις επαγγελματικές ειδικότητες και στα καθεστώτα απασχόλησης. Η αύξηση του μέσου μισθού, επομένως, δεν σημαίνει ότι όλοι οι εργαζόμενοι είδαν ανάλογη βελτίωση.
Η ακρίβεια δεν επηρεάζει όλους το ίδιο
Τον Ιούνιο του 2026, ο Εναρμονισμένος Δείκτης Τιμών Καταναλωτή αυξήθηκε κατά 4,1% σε σύγκριση με τον Ιούνιο του 2025 και κατά 0,9% σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα.
Ο αριθμός αυτός αποτυπώνει τη μέση μεταβολή ενός ευρύτερου καλαθιού αγαθών και υπηρεσιών. Κάθε οικογένεια, όμως, βιώνει διαφορετικά την ακρίβεια.
Τα χαμηλότερα εισοδήματα δαπανούν μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων τους σε τρόφιμα, στέγαση, ηλεκτρισμό και μετακινήσεις. Όταν αυξάνονται οι τιμές σε αυτές τις κατηγορίες, διαθέτουν ελάχιστο περιθώριο αντίδρασης.
Ένα νοικοκυριό με υψηλότερο εισόδημα μπορεί να περιορίσει την αποταμίευση, τα ταξίδια ή άλλες προαιρετικές δαπάνες. Ένα νοικοκυριό χαμηλού εισοδήματος ενδέχεται να αναγκαστεί να περιορίσει βασικές ανάγκες.
Πού πηγαίνει ο οικογενειακός προϋπολογισμός
Η Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών του 2023 δείχνει ότι η μέση ετήσια καταναλωτική δαπάνη ανά νοικοκυριό ανερχόταν στα €43.263.
Από αυτή:
- το 27,5% κατευθυνόταν στη στέγαση, στο νερό, στον ηλεκτρισμό και στα καύσιμα,
- το 14,5% στα τρόφιμα και στα μη αλκοολούχα ποτά,
- και το 11,6% στις μεταφορές.
Οι τρεις κατηγορίες αντιπροσώπευαν συνολικά το 53,6% της μέσης καταναλωτικής δαπάνης.
Σε σύγκριση με την έρευνα του 2015–2016, η συνολική μέση καταναλωτική δαπάνη αυξήθηκε μέχρι το 2023 κατά 38,6% σε ονομαστικούς όρους. Η δαπάνη για στέγαση αυξήθηκε κατά 49,2%, για τρόφιμα κατά 30,8% και για μεταφορές κατά 33,5%.
Οι μεταβολές δεν οφείλονται αποκλειστικά στις τιμές, καθώς επηρεάζονται και από τις καταναλωτικές συνήθειες. Δείχνουν, ωστόσο, πόσο περισσότερα χρήματα απαιτούνται για την κάλυψη της καθημερινότητας.
Οι αριθμοί αποκαλύπτουν δύο διαφορετικές πραγματικότητες
Στα δύο χαμηλότερα εισοδηματικά δεκατημόρια, δηλαδή στο φτωχότερο 20% των νοικοκυριών, η στέγαση και τα τρόφιμα απορροφούσαν περισσότερο από το 50% της συνολικής κατανάλωσης. Στο πλουσιότερο 10%, το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 36,2%.
Η διαφορά είναι ακόμη πιο εμφανής στα τρόφιμα. Για το φτωχότερο 10% των νοικοκυριών αντιπροσώπευαν το 24,7% των συνολικών δαπανών, έναντι μόλις 9,6% για το πλουσιότερο 10%.
Το 2023, το φτωχότερο 10% είχε μέσο ετήσιο καθαρό εισόδημα €12.529, ενώ το πλουσιότερο 10% €142.066. Πρόκειται για μέσους όρους εντός των δύο ομάδων και όχι για τα εισοδηματικά τους όρια. Αποτυπώνουν, όμως, πόσο διαφορετική μπορεί να είναι η οικονομική πραγματικότητα δύο οικογενειών στην ίδια χώρα.
Περίπου 167.000 άνθρωποι σε κίνδυνο
Η Έρευνα Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης του 2025, με έτος αναφοράς εισοδήματος το 2024, δείχνει ότι το 17,1% του πληθυσμού βρισκόταν σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού. Το ποσοστό αντιστοιχούσε σε περίπου 167.000 ανθρώπους και παρέμεινε αμετάβλητο σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος.
Το ποσοστό όσων βρίσκονταν ειδικά σε κίνδυνο σχετικής φτώχειας αυξήθηκε από 14,6% το 2024 σε 14,9% το 2025.
Το σχετικό όριο υπολογίστηκε στις €13.240 ετησίως για μονοπρόσωπο νοικοκυριό και στις €27.803 για οικογένεια με δύο ενήλικες και δύο παιδιά κάτω των 14 ετών. Ο κίνδυνος φτώχειας είναι σχετικός δείκτης και αφορά όσους διαθέτουν εισόδημα χαμηλότερο από το 60% του εθνικού διάμεσου εισοδήματος.
Υπάρχει και διάσταση φύλου: το ποσοστό κινδύνου φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού ήταν 18,7% για τις γυναίκες, έναντι 15,5% για τους άνδρες.
Η στέγαση δημιουργεί μια νέα διαχωριστική γραμμή
Δύο εργαζόμενοι με τον ίδιο μισθό μπορούν να έχουν εντελώς διαφορετικό βιοτικό επίπεδο. Ο ένας μπορεί να διαθέτει ιδιόκτητη κατοικία χωρίς δάνειο, ενώ ο άλλος να δαπανά μεγάλο μέρος του εισοδήματός του για ενοίκιο.
Η ιδιοκτησία ακινήτου λειτουργεί και ως περιουσιακό στοιχείο. Το ενοίκιο, αντίθετα, αποτελεί συνεχή δαπάνη χωρίς να δημιουργεί περιουσία για τον ενοικιαστή.
Έτσι, η ανισότητα δεν περιορίζεται στους μισθούς. Επεκτείνεται στην κατοικία, στις αποταμιεύσεις και στην οικογενειακή περιουσία. Αυτά τα στοιχεία καθορίζουν πόσο εύκολα μπορεί ένα νοικοκυριό να αντιμετωπίσει μια έκτακτη δαπάνη, μια περίοδο ανεργίας ή ένα νέο κύμα ανατιμήσεων.
MoneyMatters Insight
Το βασικό ζήτημα δεν είναι μόνο πόσο μεγαλώνει η κυπριακή οικονομία, αλλά ποιοι συμμετέχουν στα οφέλη της ανάπτυξης.
Για ένα νοικοκυριό με υψηλό εισόδημα και ιδιόκτητη κατοικία, η ακρίβεια μπορεί να σημαίνει μικρότερη αποταμίευση. Για μια οικογένεια χαμηλού εισοδήματος που πληρώνει ενοίκιο, μπορεί να σημαίνει περιορισμό στα τρόφιμα, στην ενέργεια ή σε άλλες βασικές ανάγκες.
Η πραγματική επιτυχία της ανάπτυξης θα κριθεί από το εάν θα μετατραπεί σε ισχυρότερη αγοραστική δύναμη, περισσότερες ευκαιρίες και δικαιότερη κατανομή της ευημερίας.
The post Ερμηνεύοντας την Κυπριακή Οικονομία – Η οικονομία ανεβαίνει, αλλά το πορτοφόλι δεν ακολουθεί: Τι συμβαίνει στην Κύπρο appeared first on moneymatters.cy.