Η μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης υποσχέθηκε μεγαλύτερους και ισχυρότερους δήμους, οικονομίες κλίμακας, καλύτερες υπηρεσίες και ταχύτερη αδειοδότηση. Δύο χρόνια μετά την έναρξη εφαρμογής της, την 1η Ιουλίου 2024, οι αριθμοί δημιουργούν ένα δύσκολο ερώτημα: γιατί η Τοπική Αυτοδιοίκηση χρειάζεται πολύ περισσότερα χρήματα από το κράτος, ενώ ταυτόχρονα αρκετοί δημότες πληρώνουν αυξημένα τέλη;
Η κρατική χορηγία προς τους δήμους βρισκόταν το 2023 περίπου στα €70,89 εκατ.. Με το νέο σύστημα καθορίστηκε βασική χορηγία €117 εκατ., στην οποία προστέθηκαν €15 εκατ. για συντήρηση δρόμων και €12 εκατ. ως αντιστάθμισμα για την απώλεια εσόδων από τις αδειοδοτήσεις. Το συνολικό ετήσιο ποσό φτάνει έτσι περίπου τα €144 εκατ..
Με βάση επιστολή του Υπουργείου Εσωτερικών προς την Ένωση Δήμων, η συνολική κρατική χορηγία προβλέπεται να ανέλθει στα €147,89 εκατ. το 2027, αύξηση περίπου 108,6% σε σχέση με το 2023. Την ίδια περίοδο, η σωρευτική άνοδος του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή υπολογίζεται γύρω στο 15%.
Η απόσταση ανάμεσα στο 108,6% και στο 15% δεν αποδεικνύει από μόνη της αποτυχία. Αποδεικνύει, όμως, ότι η μεταρρύθμιση χρειάζεται πλήρη οικονομικό και λειτουργικό έλεγχο.
Τι άλλαξε πραγματικά
Η μεταρρύθμιση δημιούργησε 20 νέους δήμους και 5 Επαρχιακούς Οργανισμούς Αυτοδιοίκησης. Παράλληλα, περιόρισε τις αρχές πολεοδομικής και οικοδομικής αδειοδότησης από 46 σε 5, μεταφέροντας την αρμοδιότητα στους ΕΟΑ.
Η νέα αρχιτεκτονική είχε λογική: λιγότερος κατακερματισμός, μεγαλύτερη τεχνική επάρκεια, ενιαίες διαδικασίες και καλύτερη αξιοποίηση προσωπικού. Όμως η συνένωση δομών δεν οδηγεί αυτομάτως σε εξοικονόμηση. Εάν διατηρούνται παράλληλες διοικήσεις, πολλοί αιρετοί, διαφορετικά πληροφοριακά συστήματα και μεταβατικές αποζημιώσεις, το κόστος μπορεί αρχικά να αυξηθεί.
Η κρατική χορηγία υπερδιπλασιάζεται
Πριν από τη μεταρρύθμιση, η χορηγία των περίπου €70,8 εκατ. παρέμενε ουσιαστικά αμετάβλητη για μια δεκαετία. Το νέο βασικό ποσό των €117 εκατ. αντιστοιχούσε ήδη σε αύξηση 65,3%.
Η συνολική στήριξη, όμως, δεν σταμάτησε εκεί. Η προσθήκη χρηματοδότησης για δρόμους και απώλεια εσόδων αδειοδότησης ανεβάζει τον λογαριασμό στα €144 εκατ., ενώ το 2027 προβλέπεται περαιτέρω αύξηση.
Ξεχωριστά από τη λειτουργική χορηγία, το κράτος εκτιμάται ότι θα διαθέσει περισσότερα από €240 εκατ. την περίοδο 2024–2029 για πολεοδομικά έργα στους δήμους.
Τα ποσά δεν είναι όλα απολύτως συγκρίσιμα. Μετά τη μεταρρύθμιση μεταφέρθηκαν αρμοδιότητες και ενσωματώθηκαν επιμέρους χρηματοδοτήσεις. Γι’ αυτό η σωστή σύγκριση δεν πρέπει να περιορίζεται στον τελικό αριθμό. Χρειάζεται να δείξει:
- ποιες νέες αρμοδιότητες χρηματοδοτούνται,
- ποιο κόστος καταργήθηκε από άλλες κρατικές υπηρεσίες,
- πόσο αυξήθηκε το μισθολογικό και διοικητικό κόστος,
- και ποια μετρήσιμη βελτίωση υπηρεσιών παράχθηκε ανά επιπλέον ευρώ.
Ο πολίτης πληρώνει από δύο πλευρές
Το βασικό πολιτικό πρόβλημα είναι ότι η αύξηση της κρατικής στήριξης δεν συνοδεύτηκε από γενικευμένη μείωση των δημοτικών τελών. Σε αρκετές περιπτώσεις, οι δημότες αντιμετώπισαν αυξήσεις σε σκύβαλα, επαγγελματικές άδειες και άλλες τοπικές χρεώσεις.
Παράλληλα, πληρώνουν ξεχωριστά τέλη προς τους ΕΟΑ για υπηρεσίες όπως ύδρευση και αποχέτευση. Το νέο σύστημα μπορεί λογιστικά να διαχωρίζει τους οργανισμούς, αλλά για το νοικοκυριό πρόκειται για έναν συνολικό λογαριασμό τοπικών υπηρεσιών.
Ο δημότης πληρώνει ως χρήστης μέσω τελών και ως φορολογούμενος μέσω της κρατικής χορηγίας. Η μεταφορά του κόστους από τον δήμο στον κρατικό προϋπολογισμό δεν αποτελεί εξοικονόμηση για την κοινωνία. Αλλάζει μόνο το σημείο είσπραξης.
Οι υπηρεσίες είναι το κριτήριο που λείπει
Μια ακριβότερη Τοπική Αυτοδιοίκηση θα μπορούσε να δικαιολογηθεί εάν παρήγαγε αισθητά καλύτερες υπηρεσίες. Η δημόσια συζήτηση, όμως, εξακολουθεί να κυριαρχείται από παράπονα για αδειοδοτήσεις, καθυστερήσεις, ασάφεια αρμοδιοτήτων και διαφορετική αντιμετώπιση ανά επαρχία.
Το ερώτημα δεν πρέπει να απαντάται μόνο με πολιτικές δηλώσεις. Χρειάζονται δημοσιευμένοι δείκτες:
- μέσος χρόνος έκδοσης πολεοδομικής και οικοδομικής άδειας,
- κόστος ανά αίτηση και ανά δημότη,
- αριθμός εκκρεμών υποθέσεων,
- χρόνος απόκρισης σε παράπονα,
- ποσοστό ψηφιακών υπηρεσιών που ολοκληρώνονται χωρίς φυσική παρουσία,
- και σύγκριση τελών ανά δήμο για την ίδια υπηρεσία.
Χωρίς αυτούς τους δείκτες, κάθε πλευρά μπορεί να παρουσιάζει τη δική της εικόνα και ο πολίτης δεν μπορεί να γνωρίζει εάν η πρόσθετη χρηματοδότηση δημιουργεί αξία.
Το πρόβλημα του αρχικού σχεδιασμού
Οι μελέτες που προηγήθηκαν είχαν εισηγηθεί μικρότερο αριθμό δήμων. Η τελική πολιτική απόφαση διατήρησε περισσότερες οντότητες και ένα περίπλοκο σύστημα δημοτικών διαμερισμάτων, αντιδημάρχων και επαρχιακών οργανισμών.
Η επιλογή επιδίωξε να ισορροπήσει την οικονομική αποτελεσματικότητα με την τοπική εκπροσώπηση. Το τίμημα είναι μια πιο βαριά δομή. Όσο περισσότερα επίπεδα διατηρούνται, τόσο δυσκολότερο γίνεται να επιτευχθούν πραγματικές οικονομίες κλίμακας.
Τι χρειάζεται τώρα
Η μεταρρύθμιση δεν μπορεί να γυρίσει απλώς στο προηγούμενο σύστημα. Μπορεί, όμως, να διορθωθεί με μια δεύτερη φάση που θα περιλαμβάνει:
- ανεξάρτητο έλεγχο κόστους και απόδοσης με κοινή μεθοδολογία για όλους τους δήμους και ΕΟΑ,
- σαφή διαχωρισμό αρμοδιοτήτων ώστε να σταματήσουν οι επικαλύψεις,
- ενιαία ψηφιακά συστήματα αντί για παράλληλες λύσεις,
- μηχανισμό συγκράτησης τελών που θα συνδέει τις αυξήσεις με μετρήσιμες βελτιώσεις,
- και αναθεώρηση της διοικητικής δομής όπου αποδεικνύεται υπερβολικά δαπανηρή.
Η μεταρρύθμιση δεν κρίνεται από το αν ψηφίστηκε ή αν οι νέοι οργανισμοί λειτουργούν τυπικά. Κρίνεται από το αν ο πολίτης εξυπηρετείται γρηγορότερα, πληρώνει δικαιότερα και γνωρίζει ποιος είναι υπεύθυνος.
Μέχρι στιγμής, οι αριθμοί δείχνουν ακριβότερο σύστημα. Το κράτος και οι δήμοι οφείλουν πλέον να αποδείξουν ότι το πρόσθετο κόστος αγοράζει καλύτερη Τοπική Αυτοδιοίκηση και όχι απλώς μεγαλύτερη διοίκηση.
The post Η μεταρρύθμιση που κόστισε διπλά: Δήμοι ακριβότεροι για κράτος και δημότες appeared first on moneymatters.cy.