Μια χώρα μπορεί να αποκτά περισσότερους κατοίκους και ταυτόχρονα να γερνά. Η Κύπρος αποτελεί σαφές παράδειγμα: ο πληθυσμός στις ελεγχόμενες από το κράτος περιοχές αυξήθηκε κατά 1,7% το 2024, φθάνοντας τις 983.000, αλλά οι γεννήσεις μειώθηκαν και η αναλογία των μεγαλύτερων ηλικιών συνέχισε να αποτυπώνει μια μακροχρόνια μεταβολή. Η αριθμητική μεγέθυνση δεν αποτελεί, επομένως, από μόνη της απάντηση στο δημογραφικό.
- Ο κυπριακός πληθυσμός αυξήθηκε 1,7% το 2024, ενώ οι γεννήσεις υποχώρησαν.
- Η αναλογία ηλικιωμένων και παιδιών έχει μεταβληθεί αισθητά από το 2000.
- Η δημογραφική πολιτική χρειάζεται συνδυασμό εργασίας, φροντίδας και παραγωγικότητας, όχι μια μοναδική παρέμβαση.
Η συζήτηση χρειάζεται να ξεκινήσει χωρίς χρονικές συγχύσεις. Το ορόσημο κατά το οποίο οι άνθρωποι ηλικίας 65 ετών και άνω ξεπέρασαν παγκοσμίως τα παιδιά κάτω των 5 σημειώθηκε το 2018, όπως καταγράφει ο ΟΗΕ. Δεν συνέβη πρώτη φορά σήμερα. Η επικαιρότητά του βρίσκεται στις συνέπειες που γίνονται εντονότερες, όχι σε μια υποτιθέμενη καινούργια ημερομηνία.
Η αλλαγή μέσα σε μια γενιά
Οι Δημογραφικές Στατιστικές 2024 της Στατιστικής Υπηρεσίας δείχνουν ότι οι άνω των 65 αποτελούσαν το 18,3% του πληθυσμού, έναντι 11,3% το 2000. Τα παιδιά κάτω των 15 περιορίστηκαν στο 15,2%, από 22,3%. Πρόκειται για διαφορετικό ηλικιακό όριο παιδιών από εκείνο της παγκόσμιας σύγκρισης του ΟΗΕ.
Οι γεννήσεις υποχώρησαν στις 9.766 από 10.241, ενώ η συνολική γονιμότητα παρέμεινε στο 1,4. Η θετική καθαρή μετανάστευση, 13.588 άτομα, συνέβαλε στην αύξηση του πληθυσμού. Αυτά τα μεγέθη περιγράφουν μια κοινωνία που ανανεώνεται και μέσω μετακίνησης ανθρώπων, όχι αποκλειστικά μέσω φυσικής αύξησης.
Νεότερη από την ΕΕ, όχι προστατευμένη από τη γήρανση
Σύμφωνα με τη Eurostat, οι άνω των 65 αντιστοιχούσαν στο 22% του πληθυσμού της ΕΕ την 1η Ιανουαρίου 2025. Η Κύπρος διατηρεί χαμηλότερη αναλογία. Αυτό προσφέρει περιθώριο προετοιμασίας, όχι δικαιολογία αναβολής. Οι υποδομές υγείας, οι διαθέσιμες κατοικίες και η εκπαίδευση επαγγελματιών φροντίδας χρειάζονται χρόνο για να προσαρμοστούν.
Η γήρανση συχνά παρουσιάζεται σαν ένας αυτόματος λογαριασμός που θα πληρώσουν οι νεότεροι. Η εικόνα είναι ελλιπής. Οι μεγαλύτεροι άνθρωποι δεν έχουν τις ίδιες ανάγκες ούτε παύουν όλοι να εργάζονται, να καταναλώνουν, να στηρίζουν οικογένειες και να συμμετέχουν στην οικονομία. Η ηλικία δεν ταυτίζεται με την εξάρτηση.
Τρεις πολιτικές που πρέπει να συνδεθούν
Η πρώτη είναι η οικογενειακή πολιτική. Ένα χρηματικό βοήθημα μπορεί να ανακουφίζει, αλλά δεν αντικαθιστά την προσιτή κατοικία, τις υπηρεσίες παιδικής φροντίδας και μια εργασιακή οργάνωση που επιτρέπει στους γονείς να διατηρούν εισόδημα. Η αξιολόγηση πρέπει να αφορά το συνολικό περιβάλλον μέσα στο οποίο λαμβάνονται οι οικογενειακές αποφάσεις.
Η δεύτερη είναι η πολιτική εργασίας και παραγωγικότητας. Το κρίσιμο δεν είναι μόνο πόσοι βρίσκονται σε ηλικία εργασίας, αλλά πόσοι μπορούν πραγματικά να εργάζονται και με ποιες δεξιότητες. Η κατάρτιση, η πρόσβαση στην εργασία και η προσαρμογή θέσεων για ανθρώπους διαφορετικών ηλικιών επηρεάζουν τη βάση που χρηματοδοτεί το κοινωνικό κράτος.
Η τρίτη είναι η οργάνωση της φροντίδας και της ένταξης. Η μετανάστευση επηρεάζει το εργατικό δυναμικό, αλλά απαιτεί σχεδιασμό για κατοικία, υπηρεσίες και κοινωνική συμμετοχή. Παράλληλα, η υποστήριξη των ηλικιωμένων χρειάζεται να επιτρέπει αυτονομία, αντί να μεταφέρει σιωπηρά όλη την ευθύνη στους συγγενείς.
Η δημογραφία δεν προδιαγράφει μια αναπόφευκτη κρίση. Θέτει, όμως, περιορισμούς που δεν εξαφανίζονται με έναν καλό ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης. Η πρόκληση για την Κύπρο είναι να χρησιμοποιήσει το σημερινό περιθώριο προσαρμογής πριν οι ελλείψεις φροντίδας, προσωπικού και κατάλληλων υποδομών γίνουν πολύ ακριβότερες στην αντιμετώπισή τους.