Η επικίνδυνη μείωση των αμερικανικών αποθεμάτων αναχαιτιστικών πυραύλων Patriot φαίνεται ότι έβαλε, προς το παρόν, φρένο στα σχέδια του Ντόναλντ Τραμπ για μεγάλη κλιμάκωση της στρατιωτικής εκστρατείας κατά του Ιράν. Η απόφαση δεν σηματοδοτεί οριστική υποχώρηση της Ουάσιγκτον, αποκαλύπτει όμως ότι η αντοχή της αμερικανικής αεράμυνας έχει εξελιχθεί σε καθοριστικό παράγοντα για τις επόμενες κινήσεις του Λευκού Οίκου.
Σύμφωνα με αποκαλυπτικό ρεπορτάζ των New York Times, ο Αμερικανός πρόεδρος έθεσε στην άκρη τα σχέδια για μια πολυσταδιακή επίθεση, μετά από σύσκεψη με ανώτατους συμβούλους και μέλη της κυβέρνησης την Παρασκευή 24 Ιουλίου. Δύο πρόσωπα που ενημερώθηκαν για τη συζήτηση ανέφεραν ότι οι στρατιωτικές προειδοποιήσεις επικεντρώθηκαν στον κίνδυνο εξάντλησης των πυρομαχικών αεράμυνας που προστατεύουν τις αμερικανικές δυνάμεις στη Μέση Ανατολή.
Η εξέλιξη αποτελεί άμεσο follow-up του προηγούμενου κύριου άρθρου του Strategist, όταν ο Τραμπ δήλωνε ότι βρισκόταν κοντά σε απόφαση για μια επίθεση «μεγαλύτερη από ποτέ» και το Ισραήλ προετοιμαζόταν για πιθανή συμμετοχή και ιρανικά αντίποινα.
Η προειδοποίηση του αρχηγού των αμερικανικών Ενόπλων Δυνάμεων
Ο πρόεδρος του Μικτού Επιτελείου, στρατηγός Νταν Κέιν, φέρεται να ξεκαθάρισε ότι ο αμερικανικός στρατός διαθέτει την επιχειρησιακή ικανότητα να εξαπολύσει νέα μεγάλη επίθεση. Προειδοποίησε, ωστόσο, ότι μια τέτοια επιχείρηση και η αναμενόμενη ιρανική απάντηση θα μπορούσαν να εξαντλήσουν τα διαθέσιμα αναχαιτιστικά της CENTCOM.
Οι ΗΠΑ έχουν ήδη χρησιμοποιήσει περισσότερους από 1.200 αναχαιτιστικούς πυραύλους Patriot στη διάρκεια της σύγκρουσης, σύμφωνα με εσωτερικές εκτιμήσεις του Πενταγώνου και στοιχεία που επικαλείται το αμερικανικό δημοσίευμα. Τα συστήματα αυτά είναι κρίσιμα για την προστασία στρατιωτικών βάσεων και προσωπικού στην Ιορδανία, στο Κουβέιτ, στο Μπαχρέιν και στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Η ανησυχία εντάθηκε μετά τον θάνατο τριών Αμερικανών στρατιωτών στην Ιορδανία, όταν ιρανικός βαλλιστικός πύραυλος κατάφερε να διαπεράσει την αμερικανική άμυνα στη διάρκεια συνδυασμένης επίθεσης με πυραύλους και drones. Το περιστατικό έδειξε ότι η αριθμητική πίεση στα συστήματα αναχαίτισης δεν αποτελεί μόνο λογιστικό πρόβλημα, αλλά άμεσο επιχειρησιακό κίνδυνο.
Ποιοι στόχοι βρίσκονταν στο τραπέζι
Η πολυσταδιακή επιχείρηση που εξεταζόταν θα μπορούσε να περιλαμβάνει ραντάρ στις ιρανικές ακτές, εκτοξευτές αντιπλοϊκών πυραύλων, ταχύπλοα σκάφη και άλλες εγκαταστάσεις που συνδέονται με τις επιθέσεις κατά της εμπορικής ναυτιλίας στα Στενά του Ορμούζ.
Στα ευρύτερα σενάρια υπήρχαν επίσης πλήγματα σε ενεργειακές εγκαταστάσεις, σιδηροδρομικές γέφυρες που χρησιμοποιούνται για στρατιωτικές μεταφορές και πυρηνικές υποδομές. Η προσωρινή αναστολή περιορίζει τον άμεσο κίνδυνο γενικευμένης επίθεσης, αλλά δεν αφαιρεί κανέναν από αυτούς τους στόχους από τον επιχειρησιακό σχεδιασμό.
Το Πεντάγωνο είχε ήδη μετακινήσει πρόσθετες δυνάμεις, οπλικά συστήματα και εφόδια στην περιοχή. Η πρώτη ημέρα σχετικής ηρεμίας έπειτα από περίπου δύο εβδομάδες συνεχών αμερικανικών πληγμάτων και ιρανικών αντιποίνων έδωσε, όμως, στην κυβέρνηση χρόνο να επανεξετάσει το κόστος μιας νέας φάσης.
Δεν πείστηκαν όλοι ότι περισσότεροι βομβαρδισμοί θα λύσουν το πρόβλημα
Πέρα από τα αποθέματα πυραύλων, ορισμένοι Αμερικανοί αξιωματούχοι αμφισβήτησαν εάν μια μεγαλύτερη εκστρατεία θα ανάγκαζε πράγματι την Τεχεράνη να επιστρέψει στις διαπραγματεύσεις. Η μέχρι τώρα εμπειρία δείχνει ότι οι επιθέσεις μπορούν να ενισχύσουν την εσωτερική συσπείρωση στο Ιράν και να μεταφέρουν το βάρος της αντιπαράθεσης από τις διαφωνίες με την ηγεσία στην αντιμετώπιση μιας εξωτερικής απειλής.
Παράλληλα, μια νέα κλιμάκωση θα αύξανε τον κίνδυνο σφοδρότερων ιρανικών αντιποίνων, θα πίεζε τις σχέσεις των ΗΠΑ με τους συμμάχους του Κόλπου και θα μπορούσε να επιδεινώσει την ενεργειακή και προσφυγική κρίση. Οι χώρες που φιλοξενούν αμερικανικές εγκαταστάσεις είναι ταυτόχρονα οι πιο εκτεθειμένες σε βαλλιστικούς πυραύλους και drones.
Οι εισηγήσεις που κερδίζουν έδαφος προβλέπουν συνέχιση των επαφών, διατήρηση της ναυτικής πίεσης και ενίσχυση των οικονομικών μέτρων, αντί για άμεση μετάβαση σε εκτεταμένο βομβαρδισμό. Πρόκειται για αλλαγή τακτικής και όχι για εγκατάλειψη της στρατιωτικής επιλογής.
Το βιομηχανικό όριο της αμερικανικής ισχύος
Η κρίση των αναχαιτιστικών αναδεικνύει ένα βαθύτερο πρόβλημα: οι σύγχρονες συγκρούσεις καταναλώνουν προηγμένα πυρομαχικά ταχύτερα από όσο μπορούν να αναπληρωθούν. Ανάλυση του Center for Strategic and International Studies εκτιμά ότι θα απαιτηθούν χρόνια για την αποκατάσταση βασικών αμερικανικών αποθεμάτων.
Η ετήσια παραγωγική ικανότητα των PAC-3 MSE που χρησιμοποιούνται στα συστήματα Patriot προβλέπεται να αυξηθεί από περίπου 600 σε 2.000 αναχαιτιστικούς έως το 2030. Αντίστοιχα, η παραγωγή THAAD επιδιώκεται να αυξηθεί από 96 σε 400 μονάδες ετησίως. Ακόμη και με τη σημαντική αύξηση των επενδύσεων, η πλήρης αναπλήρωση περισσότερων από 1.000 Patriot εκτιμάται ότι μπορεί να διαρκέσει έως τα μέσα του 2029.
Το δίλημμα είναι ευρύτερο από το Ιράν. Οι ίδιοι αναχαιτιστικοί απαιτούνται για την προστασία αμερικανικών δυνάμεων, για τη στήριξη της Ουκρανίας και για τις ανάγκες άλλων 17 χωρών που χρησιμοποιούν το σύστημα. Κάθε πύραυλος που καταναλώνεται στη Μέση Ανατολή μειώνει προσωρινά τη διαθέσιμη ισχύ σε κάποιο άλλο μέτωπο.
Τι σημαίνει η απόφαση Τραμπ
Η αναστολή της μαζικής επίθεσης είναι σημαντική, αλλά παραμένει προσωρινή και αναστρέψιμη. Ο Τραμπ εξακολουθεί να διαθέτει επιλογές για περιορισμένα πλήγματα, ενώ μια νέα ιρανική επίθεση με μεγάλες απώλειες θα μπορούσε να ανατρέψει γρήγορα τη σημερινή ισορροπία.
Το ουσιαστικό συμπέρασμα είναι ότι η αμερικανική στρατιωτική υπεροχή δεν είναι ανεξάντλητη. Η δυνατότητα επίθεσης παραμένει μεγάλη, αλλά η δυνατότητα προστασίας βάσεων, στρατιωτών και συμμάχων κατά τη διάρκεια μιας παρατεταμένης ανταλλαγής πληγμάτων έχει πλέον μετατραπεί σε βασικό περιορισμό της στρατηγικής.
Strategist View: Το φρένο στην κλιμάκωση δεν επιβλήθηκε από μια ξαφνική διπλωματική σύγκλιση. Επιβλήθηκε από την αριθμητική των πυρομαχικών. Αυτό καθιστά την αποκλιμάκωση εύθραυστη, αλλά αποκαλύπτει και το πραγματικό όριο της σύγχρονης στρατιωτικής ισχύος: ακόμη και η ισχυρότερη χώρα χρειάζεται αρκετούς αναχαιτιστικούς για να αντέξει τα αντίποινα που θα προκαλέσουν οι δικές της επιθέσεις.
Πηγές: The New York Times, CSIS, Associated Press.