Η δήλωση του Ντόναλντ Τραμπ ότι οι ΗΠΑ ήταν έτοιμες για «τη μεγαλύτερη επίθεση από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο» περιγράφει τη λογική της εξαναγκαστικής διπλωματίας: η διαπραγμάτευση προσφέρεται ως εναλλακτική απέναντι σε ένα δυσανάλογα μεγάλο κόστος.
- Η Ουάσιγκτον συνδυάζει συνομιλίες με διατήρηση ακραίας στρατιωτικής απειλής.
- Η πυρηνική δυνατότητα του Ιράν παραμένει η βασική κόκκινη γραμμή.
- Η μέθοδος μπορεί να επιταχύνει συμφωνία, αλλά δυσκολεύει τη μακροχρόνια εμπιστοσύνη.
- Το Ορμούζ λειτουργεί ταυτόχρονα ως διαπραγματευτικό χαρτί και παγκόσμιο σημείο πίεσης.
Η αξιοπιστία της απειλής
Ο Τραμπ υποστηρίζει ότι Ιρανοί αξιωματούχοι ζήτησαν συνομιλίες όταν αντιλήφθηκαν την κλίμακα της επικείμενης επίθεσης. Ανεξάρτητα από το εάν η περιγραφή είναι πλήρης, η δημόσια αναφορά έχει στόχο να πείσει ότι η στρατιωτική επιλογή παραμένει πραγματική.
Το κόστος της μεθόδου
Η εξαναγκαστική διπλωματία μπορεί να φέρει γρήγορα αποτελέσματα, αλλά δημιουργεί συμφωνίες ευάλωτες σε αλλαγή ισορροπίας. Η Τεχεράνη έχει κίνητρο να κερδίσει χρόνο, ενώ η Ουάσιγκτον πρέπει διαρκώς να αποδεικνύει ότι η απειλή της παραμένει αξιόπιστη.
Η επόμενη συμφωνία θα είναι σταθερή μόνο εάν μετατρέψει τον φόβο σε επαληθεύσιμους κανόνες. Διαφορετικά, η μεγάλη επίθεση θα παραμείνει όχι παρελθόν, αλλά μόνιμη σκιά πάνω από τις συνομιλίες.