Ο Ντόναλντ Τραμπ προαναγγέλλει νέα και ισχυρότερη οικονομική πίεση στο Ιράν, όμως τα διαθέσιμα εργαλεία της Ουάσιγκτον συνοδεύονται από σοβαρούς περιορισμούς και τον κίνδυνο μιας ευρύτερης σύγκρουσης με την Κίνα. Από τα ανεξάρτητα κινεζικά διυλιστήρια και τις μεγάλες τράπεζες έως έναν δύσκολο χερσαίο αποκλεισμό και νέους δασμούς, η επόμενη φάση της αμερικανικής στρατηγικής μεταφέρει το βάρος από τους βομβαρδισμούς στις χρηματοοικονομικές και εμπορικές αρτηρίες της Τεχεράνης.
- Πίεση χωρίς προηγούμενο, πάνω σε δεκαετίες κυρώσεων
- 1. Τα ανεξάρτητα κινεζικά διυλιστήρια
- 2. Το ρίσκο της σύγκρουσης με κινεζικές τράπεζες
- 3. Διαρκές κυνήγι πλοίων, αγοραστών και ανταλλακτηρίων
- 4. Ο δύσκολος χερσαίος αποκλεισμός
- 5. Δευτερογενείς δασμοί με νομικά εμπόδια
- Strategist View: Το όριο της οικονομικής ισχύος
Τον χάρτη αυτών των επιλογών παρουσιάζει ανάλυση του Reuters, η οποία δημοσιεύθηκε στις 16 Αυγούστου 2026 με την υπογραφή της Andrea Shalal. Το ρεπορτάζ καταγράφει πέντε βασικές κατευθύνσεις που θα μπορούσε να ακολουθήσει η κυβέρνηση Τραμπ, αλλά και τα πολιτικά και επιχειρησιακά εμπόδια σε καθεμία.
AI Takeaways
- Η OFAC έχει επιβάλει κυρώσεις σε περισσότερα από 1.000 πρόσωπα, πλοία και αεροσκάφη από την έναρξη της δεύτερης θητείας Τραμπ.
- Η Κίνα αγοράζει πάνω από 80% του ιρανικού πετρελαίου που μεταφέρεται διά θαλάσσης, καθιστώντας τα κινεζικά διυλιστήρια κρίσιμο στόχο.
- Οι ΗΠΑ μπορούν να πιέσουν κινεζικές τράπεζες, αλλά κινδυνεύουν να προκαλέσουν αντίποινα του Πεκίνου στις κρίσιμες πρώτες ύλες.
- Ο χερσαίος αποκλεισμός απαιτεί συνεργασία από επτά γειτονικά κράτη και θεωρείται εξαιρετικά δύσκολος.
- Νέοι δασμοί σε χώρες που συναλλάσσονται με το Ιράν χρειάζονται διαφορετική νομική βάση και έγκριση από το Κογκρέσο.
Πίεση χωρίς προηγούμενο, πάνω σε δεκαετίες κυρώσεων
Ο Τραμπ δήλωσε την Παρασκευή ότι σκοπεύει να πλήξει σκληρά την ιρανική οικονομία. Μία ημέρα νωρίτερα, ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ είχε προαναγγείλει μέτρα χωρίς προηγούμενο, τα οποία ενδέχεται να ανακοινωθούν μέσα στην επόμενη εβδομάδα.
Η νέα πίεση, ωστόσο, προστίθεται σε ένα ήδη πυκνό πλέγμα κυρώσεων. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, ο ΟΗΕ και η Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν επιβάλει περιορισμούς, εμπορικά εμπάργκο και δεσμεύσεις περιουσιακών στοιχείων από τα τέλη της δεκαετίας του 1970, με αφορμή το πυρηνικό πρόγραμμα, τις παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τη στήριξη ένοπλων οργανώσεων.
Από την έναρξη του πολέμου τον Φεβρουάριο του 2026, η Ουάσιγκτον έχει προσθέσει ναυτιλιακές, ενεργειακές και χρηματοπιστωτικές κυρώσεις, ενώ εφαρμόζει και ναυτικό αποκλεισμό. Σύμφωνα με στοιχεία του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών που επικαλείται το Reuters, η OFAC έχει θέσει υπό κυρώσεις περισσότερα από 1.000 πρόσωπα, πλοία και αεροσκάφη από την έναρξη της δεύτερης θητείας Τραμπ.
Οι πρόσφατες κινήσεις έχουν στοχεύσει τον ιρανικό σκιώδη στόλο, ασφαλιστές πλοίων, δίκτυα προμήθειας οπλικών συστημάτων και ψηφιακά ανταλλακτήρια. Η εκτιμώμενη αξία των κρυπτονομισμάτων που συνδέονται με το Ιράν και έχουν δεσμευτεί φθάνει περίπου τα 500 δισ. δολάρια.
1. Τα ανεξάρτητα κινεζικά διυλιστήρια
Η πρώτη επιλογή είναι η αυστηρότερη στοχοποίηση των κινεζικών ανεξάρτητων διυλιστηρίων, των αποκαλούμενων teapots. Οι μονάδες αυτές αντιπροσωπεύουν περίπου το ένα τέταρτο της διυλιστικής δυναμικότητας της Κίνας και λειτουργούν με πολύ στενά, ορισμένες φορές ακόμη και αρνητικά, περιθώρια κέρδους.
Με βάση στοιχεία της Kpler για το 2025, η Κίνα απορροφά περισσότερο από το 80% των ιρανικών εξαγωγών πετρελαίου μέσω θαλάσσης. Μεγάλο μέρος των φορτίων καταλήγει στα ανεξάρτητα διυλιστήρια, τα οποία μπορούν να βρεθούν αντιμέτωπα με δευτερογενείς κυρώσεις επειδή συναλλάσσονται με μια χώρα που αποτελεί πρωταρχικό στόχο των αμερικανικών μέτρων.
Το πρόβλημα για την Ουάσιγκτον είναι ότι αρκετές από αυτές τις εταιρείες έχουν περιορισμένη έκθεση στο αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα. Επομένως, μπορούν να απορροφήσουν κυρώσεις που θα ήταν καταστροφικές για έναν μεγάλο διεθνή όμιλο.
2. Το ρίσκο της σύγκρουσης με κινεζικές τράπεζες
Η OFAC έχει ήδη επιβάλει δευτερογενείς κυρώσεις σε μικρότερες εταιρείες στην Κίνα και το Χονγκ Κονγκ, οι οποίες κατηγορούνται ότι διακίνησαν δισεκατομμύρια δολάρια από το ιρανικό πετρέλαιο και βοήθησαν στην προμήθεια εξοπλισμού για οπλικά συστήματα.
Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών έχει επίσης προειδοποιήσει δύο μεγαλύτερες κινεζικές τράπεζες, χωρίς να δημοσιοποιήσει τα ονόματά τους. Η επίσημη ένταξή τους σε λίστα κυρώσεων θα μπορούσε να προκαλέσει ισχυρό αποτρεπτικό αποτέλεσμα στο ευρύτερο κινεζικό τραπεζικό σύστημα.
Η κίνηση θα είχε, όμως, σημαντικό γεωπολιτικό τίμημα. Η Ουάσιγκτον επιδιώκει να περιορίσει τις εντάσεις πριν από αναμενόμενη συνάντηση Τραμπ και Σι Τζινπίνγκ αργότερα μέσα στο έτος. Παράλληλα, φοβάται ότι το Πεκίνο θα μπορούσε να απαντήσει περιορίζοντας τις εξαγωγές κρίσιμων ορυκτών που είναι απαραίτητα για την παραγωγή προηγμένης τεχνολογίας.
3. Διαρκές κυνήγι πλοίων, αγοραστών και ανταλλακτηρίων
Μια τρίτη επιλογή είναι η εντατικοποίηση της εφαρμογής των υφιστάμενων κυρώσεων κατά πλοιοκτητών, αγοραστών πετρελαίου, εταιρειών στον Κόλπο και ανταλλακτηρίων συναλλάγματος που επιτρέπουν στην Τεχεράνη να χρησιμοποιεί τα έσοδα από τις εξαγωγές για τις εισαγωγές της.
Η αποτελεσματικότητα αυτής της προσέγγισης αμφισβητείται. Ο Μπρετ Έρικσον της Obsidian Risk Advisors περιγράφει τη διαδικασία ως συνεχή καταδίωξη νέων εταιρικών σχημάτων: όταν ένα δίκτυο κλείνει, η Τεχεράνη δημιουργεί άλλο για να το αντικαταστήσει.
Ο Μιάντ Μαλέκι του Foundation for Defense of Democracies εκτιμά ότι η προαναγγελία Μπέσεντ πιθανότατα αφορά αυστηρότερη επιβολή μέτρων σε μεταφορείς, αγοραστές και μεσάζοντες συναλλάγματος. Στο τραπέζι μπορεί να βρεθούν και πρόσθετες κυρώσεις στην αεροπορία, ώστε να περιοριστεί η εναλλακτική μεταφορά εμπορευμάτων μετά τον αποκλεισμό της ναυσιπλοΐας μέσω του Ορμούζ.
4. Ο δύσκολος χερσαίος αποκλεισμός
Αμερικανοί και Ισραηλινοί αξιωματούχοι έχουν εξετάσει και το σενάριο ενός χερσαίου αποκλεισμού. Η εφαρμογή του προϋποθέτει συνεργασία από τα επτά κράτη που συνορεύουν με το Ιράν: Ιράκ, Τουρκία, Πακιστάν, Αφγανιστάν, Τουρκμενιστάν, Αζερμπαϊτζάν και Αρμενία.
Η κυβέρνηση Τραμπ διαθέτει διαφορετικού βαθμού επιρροή στις περισσότερες από αυτές τις χώρες. Το Πακιστάν έχει ζητήσει γραμμή ανταλλαγής νομισμάτων ύψους 10 δισ. δολαρίων από το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών, ενώ η Τουρκία επιδιώκει την επιστροφή της στο πρόγραμμα των μαχητικών F-35.
Παρά τους μοχλούς πίεσης, το σχέδιο είναι δύσκολο να εφαρμοστεί και θα μπορούσε να πλήξει κυρίως τον ιρανικό πληθυσμό, περιορίζοντας εισαγωγές τροφίμων, ενέργειας και υφασμάτων, χωρίς εγγύηση ότι θα προκαλούσε πολιτική υποχώρηση ή εσωτερική εξέγερση. Το Strategist είχε αναλύσει προηγουμένως τις πρακτικές δυσκολίες του αποκλεισμού των επτά συνόρων.
5. Δευτερογενείς δασμοί με νομικά εμπόδια
Ο Τραμπ έχει επανειλημμένα απειλήσει με δασμούς τα προϊόντα χωρών που συνεχίζουν να συναλλάσσονται με το Ιράν. Η προηγούμενη νομική βάση που χρησιμοποίησε η κυβέρνησή του για αντίστοιχα μέτρα έχει, όμως, απορριφθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο.
Η Γερουσία ενέκρινε την περασμένη εβδομάδα νομοσχέδιο κυρώσεων κατά της Ρωσίας, το οποίο περιλαμβάνει νέα μέτρα για το Ιράν και θα μπορούσε να προσφέρει στον πρόεδρο διαφορετικές εξουσίες επιβολής δασμών σε χώρες που διευκολύνουν το ιρανικό εμπόριο ή την προμήθεια οπλικών συστημάτων.
Το νομοσχέδιο πρέπει ακόμη να εγκριθεί από τη Βουλή των Αντιπροσώπων. Η πορεία του δεν θεωρείται δεδομένη, καθώς Δημοκρατικοί και ορισμένοι Ρεπουμπλικανοί εκφράζουν σοβαρές επιφυλάξεις για το εύρος των δασμολογικών εξουσιών.
Strategist View: Το όριο της οικονομικής ισχύος
Η Ουάσιγκτον διαθέτει σημαντική ικανότητα να αυξήσει το οικονομικό κόστος για το Ιράν, αλλά καμία από τις πέντε επιλογές δεν προσφέρει γρήγορο ή βέβαιο πολιτικό αποτέλεσμα. Οι κυρώσεις στα μικρά κινεζικά διυλιστήρια μπορούν να δυσκολέψουν τις πωλήσεις πετρελαίου, όχι όμως αναγκαστικά να τις μηδενίσουν. Οι κυρώσεις σε μεγάλες τράπεζες θα ήταν ισχυρότερες, αλλά θα μπορούσαν να μετατρέψουν την ιρανική κρίση σε νέα οικονομική σύγκρουση ΗΠΑ–Κίνας.
Ο χερσαίος αποκλεισμός εξαρτάται από επτά κυβερνήσεις με διαφορετικά συμφέροντα, ενώ οι δευτερογενείς δασμοί χρειάζονται σταθερή νομική και πολιτική βάση. Η διαρκής στοχοποίηση νέων μεσαζόντων έχει ήδη δείξει ότι η Τεχεράνη μπορεί να ανασυστήνει τα δίκτυά της.
Το βασικό δίλημμα του Τραμπ είναι ότι όσο μεγαλώνει την οικονομική πίεση στο Ιράν, τόσο αυξάνει και το κόστος για τις σχέσεις με την Κίνα, τις παγκόσμιες ενεργειακές ροές και τους ίδιους τους Ιρανούς πολίτες. Η οικονομική ασφυξία μπορεί να ενισχύσει τη διαπραγματευτική ισχύ της Ουάσιγκτον, αλλά δεν εγγυάται ότι η ιρανική ηγεσία θα επιλέξει την υποχώρηση αντί της κλιμάκωσης.
Πηγή: Η χαρτογράφηση των επιλογών και οι δηλώσεις ειδικών προέρχονται από την ανάλυση «Trump wants more economic pressure on Iran. What are his options?» του Reuters, που δημοσιεύθηκε στις 16 Αυγούστου 2026 με την υπογραφή της Andrea Shalal και επιμέλεια των Sergio Non και Sanjeev Miglani.