Η επόμενη μεγάλη διαπραγμάτευση μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Κίνας δεν αφορά μόνο τους δασμούς.
- Η σόγια ως διπλωματικό εργαλείο
- Η Αμερική έχει κάτι που χρειάζεται η Κίνα: ενέργεια
- Και μετά υπάρχει το πετρέλαιο
- Το ισχυρότερο χαρτί της Κίνας βρίσκεται κάτω από τη γη
- Οι ΗΠΑ προσπαθούν να σπάσουν την εξάρτηση
- Από τους δασμούς στις αλυσίδες εφοδιασμού
- Η συνάντηση δεν αφορά μόνο ΗΠΑ και Κίνα
- Strategist Insight
Αφορά τη σόγια που αγοράζει η Κίνα από τους Αμερικανούς αγρότες. Το LNG και το πετρέλαιο που μπορούν να προσφέρουν οι ΗΠΑ. Και τις σπάνιες γαίες χωρίς τις οποίες δυσκολεύονται να λειτουργήσουν κρίσιμες αμερικανικές βιομηχανίες.
Όταν ο Ντόναλντ Τραμπ υποδεχθεί τον Xi Jinping στην Ουάσιγκτον στις 24 Σεπτεμβρίου, οι δύο μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου θα έχουν στο τραπέζι ένα ευρύ φάσμα θεμάτων: εμπόριο, τεχνολογία, Ταϊβάν, τεχνητή νοημοσύνη, Ιράν και φαιντανύλη.
Πίσω όμως από τη μεγάλη γεωπολιτική εικόνα βρίσκεται μια πολύ πιο χειροπιαστή διαπραγμάτευση.
Ποιος χρειάζεται τι από ποιον.
Και σε αυτή τη νέα φάση της αντιπαράθεσης ΗΠΑ–Κίνας, τα commodities έχουν μετατραπεί από απλά εμπορεύματα σε εργαλεία οικονομικής και γεωπολιτικής ισχύος.
Η σόγια ως διπλωματικό εργαλείο
Η σόγια δύσκολα μοιάζει με προϊόν που θα μπορούσε να βρίσκεται στο κέντρο μιας αντιπαράθεσης μεταξύ δύο υπερδυνάμεων.
Κι όμως, βρίσκεται εκεί εδώ και χρόνια.
Η Κίνα αποτελεί τεράστια αγορά για τα αμερικανικά αγροτικά προϊόντα και ειδικά για τη σόγια. Αυτό δίνει στο Πεκίνο ένα σημαντικό διαπραγματευτικό πλεονέκτημα: όταν περιορίζει τις αγορές του, η πίεση δεν γίνεται αισθητή μόνο στις εμπορικές ροές αλλά και στις αγροτικές πολιτείες των ΗΠΑ.
Οι δύο χώρες έχουν ήδη επιχειρήσει να σταθεροποιήσουν αυτή τη σχέση.
Στη συμφωνία του 2025, η αμερικανική πλευρά ανακοίνωσε δέσμευση της Κίνας για αγορές τουλάχιστον 25 εκατ. μετρικών τόνων αμερικανικής σόγιας ετησίως το 2026, το 2027 και το 2028. Τον Μάιο του 2026 ανακοινώθηκε επίσης δέσμευση για τουλάχιστον $17 δισ. ετησίως σε πρόσθετες αγορές αμερικανικών αγροτικών προϊόντων κατά την περίοδο 2026–2028.
Σύμφωνα με το Reuters, η Κίνα φαίνεται να βρίσκεται σε πορεία εκπλήρωσης των συμφωνημένων αγορών, αν και το Πεκίνο δεν έχει δημοσιοποιήσει με τον ίδιο τρόπο όλες τις λεπτομέρειες που έχει παρουσιάσει η αμερικανική πλευρά.
Αυτό είναι σημαντικό.
Η σόγια δεν είναι πλέον απλώς ένα προϊόν που αγοράζει ο μεγαλύτερος αγοραστής από έναν μεγάλο παραγωγό.
Είναι μέρος της αρχιτεκτονικής των σχέσεων ΗΠΑ–Κίνας.
Η Αμερική έχει κάτι που χρειάζεται η Κίνα: ενέργεια
Εάν τα αγροτικά προϊόντα αποτελούν ένα κομμάτι του παζαριού, η ενέργεια είναι ένα άλλο.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν τεράστια παραγωγική βάση σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο και έχουν εξελιχθεί σε έναν από τους σημαντικότερους παίκτες της παγκόσμιας αγοράς LNG.
Η Κίνα, από την άλλη, είναι ο μεγαλύτερος εισαγωγέας ενέργειας στον κόσμο και έχει κάθε λόγο να διαφοροποιεί τις πηγές προμήθειάς της.
Θεωρητικά, λοιπόν, υπάρχει μια σχεδόν φυσική εμπορική σχέση.
Στην πράξη, η γεωπολιτική έχει μπει στη μέση.
Το Reuters αναφέρει ότι το ενεργειακό εμπόριο μεταξύ των δύο χωρών έχει ουσιαστικά παγώσει λόγω των κινεζικών δασμών, αλλά ένα πακέτο αμοιβαίων μειώσεων δασμών ύψους περίπου $30 δισ. θα μπορούσε να βοηθήσει στην επανεκκίνησή του.
Ακόμη κι έτσι, δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένο ότι τα αμερικανικά LNG φορτία θα αρχίσουν αμέσως να κατευθύνονται μαζικά προς την Κίνα.
Η αγορά LNG βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε μακροχρόνια συμβόλαια, τα οποία μπορούν να επιτρέπουν στους αγοραστές να μεταπωλούν φορτία ανάλογα με τις συνθήκες και τις τιμές της αγοράς.
Άρα μια πολιτική συμφωνία μπορεί να ανοίξει την πόρτα.
Δεν αλλάζει όμως από τη μια μέρα στην άλλη τις πραγματικές εμπορικές ροές.
Και μετά υπάρχει το πετρέλαιο
Εδώ η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο γεωπολιτική.
Η Κίνα έχει διατηρήσει σημαντικές ενεργειακές σχέσεις με τη Ρωσία και το Ιράν, δύο χώρες που βρίσκονται στο επίκεντρο αμερικανικών κυρώσεων και γεωπολιτικών πιέσεων.
Αυτό σημαίνει ότι η συζήτηση για την ενέργεια μεταξύ Washington και Beijing δεν αφορά μόνο το πόσο αμερικανικό πετρέλαιο ή LNG θα μπορούσε να αγοράσει η Κίνα.
Αφορά και από ποιους άλλους θα συνεχίσει να αγοράζει.
Σύμφωνα με το Reuters, στο τραπέζι βρίσκεται και το ζήτημα των αμερικανικών κυρώσεων σε κινεζικές οντότητες που σχετίζονται με το εμπόριο ιρανικού και ρωσικού πετρελαίου.
Η ενέργεια μετατρέπεται έτσι σε ένα πολύ μεγαλύτερο διαπραγματευτικό πεδίο.
Η Ουάσιγκτον μπορεί να προσφέρει πρόσβαση σε αμερικανικές προμήθειες.
Το Πεκίνο μπορεί να προσφέρει περισσότερες αγορές.
Αλλά ανάμεσα στα δύο βρίσκεται το ερώτημα των σχέσεων της Κίνας με δύο από τους σημαντικότερους γεωπολιτικούς αντιπάλους των ΗΠΑ.
Το ισχυρότερο χαρτί της Κίνας βρίσκεται κάτω από τη γη
Εάν όμως υπάρχει ένας τομέας στον οποίο το Πεκίνο διαθέτει ένα ιδιαίτερα ισχυρό διαπραγματευτικό πλεονέκτημα, αυτός είναι οι σπάνιες γαίες και τα κρίσιμα ορυκτά.
Τα υλικά αυτά χρησιμοποιούνται σε ένα τεράστιο φάσμα προϊόντων: από ηλεκτρικά αυτοκίνητα και ανεμογεννήτριες μέχρι smartphones, ημιαγωγούς, βιομηχανικά συστήματα και στρατιωτικό εξοπλισμό.
Το κρίσιμο πλεονέκτημα της Κίνας δεν βρίσκεται μόνο στην εξόρυξη.
Βρίσκεται κυρίως στην επεξεργασία και στις αλυσίδες εφοδιασμού.
Και αυτό έχει ήδη αποδειχθεί εξαιρετικά ισχυρό εργαλείο.
Η προηγούμενη συμφωνία ΗΠΑ–Κίνας προέβλεπε κινεζικές κινήσεις για την αντιμετώπιση αμερικανικών ανησυχιών σχετικά με την προσφορά σπάνιων γαιών και κρίσιμων ορυκτών όπως το ύττριο, το σκάνδιο, το νεοδύμιο και το ίνδιο.
Ωστόσο, το Reuters σημειώνει ότι, παρά τη βελτίωση των ροών, η πρόσβαση παραμένει ασταθής και οι αμερικανικές επιχειρήσεις εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν προβλήματα στην προμήθεια ορισμένων υλικών.
Το ύττριο είναι ίσως το καλύτερο παράδειγμα.
Πρόκειται για ένα μέταλλο που σπάνια απασχολεί τη δημόσια συζήτηση, αλλά χρησιμοποιείται μεταξύ άλλων σε αεροδιαστημικές εφαρμογές, ημιαγωγούς και θερμικές επιστρώσεις κινητήρων αεροσκαφών.
Η Κίνα αποτελεί κυρίαρχο προμηθευτή και οι περιορισμοί στις εξαγωγές του έχουν ήδη προκαλέσει προβλήματα στις διεθνείς αλυσίδες εφοδιασμού.
Ξαφνικά, ένα άγνωστο στο ευρύ κοινό μέταλλο μπορεί να αποκτήσει μεγαλύτερη διαπραγματευτική αξία από προϊόντα αξίας δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Οι ΗΠΑ προσπαθούν να σπάσουν την εξάρτηση
Η Ουάσιγκτον γνωρίζει το πρόβλημα.
Και προσπαθεί να δημιουργήσει εναλλακτικές.
Μόνο τους τελευταίους μήνες έχουν ανακοινωθεί νέες επενδύσεις και κρατικές παρεμβάσεις για κρίσιμα ορυκτά, επεξεργασία και παραγωγή μαγνητών.
Τον Αύγουστο, ο Λευκός Οίκος ανακοίνωσε περισσότερα από $2 δισ. σε νέα μεταλλευτικά και συναφή projects, μεταξύ των οποίων επενδύσεις σε υλικά και τεχνολογίες που μπορούν να περιορίσουν την εξάρτηση των ΗΠΑ από ξένες αλυσίδες εφοδιασμού.
Έναν μήνα νωρίτερα, η αμερικανική κυβέρνηση είχε επίσης κινηθεί ώστε να μπορεί να περιορίζει εξαγωγές ανακτήσιμων κρίσιμων ορυκτών και υλικών που θεωρούνται απαραίτητα για την εθνική άμυνα.
Το μήνυμα είναι ξεκάθαρο.
Η πρόσβαση στις πρώτες ύλες έχει μετατραπεί σε ζήτημα εθνικής ασφάλειας.
Από τους δασμούς στις αλυσίδες εφοδιασμού
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο στοιχείο της νέας φάσης του ανταγωνισμού ΗΠΑ–Κίνας.
Ο πρώτος μεγάλος εμπορικός πόλεμος μεταξύ των δύο χωρών έγινε γνωστός κυρίως μέσα από τους δασμούς.
Η σημερινή αντιπαράθεση είναι πολύ πιο σύνθετη.
Περιλαμβάνει:
chips και τεχνολογία, κρίσιμα ορυκτά, ενέργεια, αγροτικά προϊόντα, βιομηχανική παραγωγή και έλεγχο στρατηγικών αλυσίδων εφοδιασμού.
Ο στόχος δεν είναι πλέον απλώς να πουλήσεις περισσότερα προϊόντα στον αντίπαλο.
Είναι να διασφαλίσεις ότι δεν εξαρτάσαι από εκείνον για κάτι που δεν μπορείς εύκολα να αντικαταστήσεις.
Και εδώ βρίσκεται μια από τις μεγαλύτερες διαφορές μεταξύ των δύο πλευρών.
Η Κίνα χρειάζεται αμερικανικά προϊόντα.
Οι ΗΠΑ χρειάζονται κινεζικά προϊόντα και υλικά.
Αλλά η πραγματική διαπραγματευτική δύναμη κάθε πλευράς εξαρτάται από το πόσο εύκολα μπορεί να βρει εναλλακτική.
Για χρόνια, η παγκοσμιοποίηση βασίστηκε στην ιδέα ότι η οικονομική αλληλεξάρτηση θα περιόριζε τις γεωπολιτικές συγκρούσεις.
Η λογική ήταν απλή: όταν δύο χώρες έχουν πολλά να χάσουν οικονομικά, έχουν και ισχυρό κίνητρο να συνεργάζονται.
Η νέα εποχή δείχνει όμως και την αντίστροφη πλευρά.
Η αλληλεξάρτηση μπορεί να γίνει όπλο.
Η Κίνα μπορεί να χρησιμοποιήσει την πρόσβαση σε κρίσιμα ορυκτά ως μοχλό πίεσης.
Οι ΗΠΑ μπορούν να χρησιμοποιήσουν τεχνολογικούς περιορισμούς, κυρώσεις, πρόσβαση σε προηγμένο εξοπλισμό και τη δύναμη του χρηματοπιστωτικού τους συστήματος.
Οι αγροτικές αγορές μπορούν να αυξηθούν ή να μειωθούν.
Οι ενεργειακές ροές μπορούν να ανακατευθυνθούν.
Και προϊόντα που κάποτε θεωρούνταν απλώς εμπορεύματα μετατρέπονται σε κομμάτια ενός πολύ μεγαλύτερου στρατηγικού παιχνιδιού.
Η συνάντηση δεν αφορά μόνο ΗΠΑ και Κίνα
Οι συνέπειες αυτής της διαπραγμάτευσης φτάνουν πολύ πέρα από την Ουάσιγκτον και το Πεκίνο.
Η Ευρώπη χρειάζεται κινεζικά κρίσιμα υλικά για τη βιομηχανία της.
Η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα βρίσκονται στην καρδιά των ασιατικών τεχνολογικών αλυσίδων.
Η Βραζιλία ανταγωνίζεται τις ΗΠΑ για τις κινεζικές αγορές αγροτικών προϊόντων.
Οι παραγωγοί LNG ανταγωνίζονται για τη μεγαλύτερη ενεργειακή αγορά του κόσμου.
Και οι χώρες που διαθέτουν κοιτάσματα κρίσιμων ορυκτών αποκτούν ξαφνικά πολύ μεγαλύτερη στρατηγική αξία.
Γι’ αυτό η συνάντηση της 24ης Σεπτεμβρίου δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί μόνο ως ακόμη ένας γύρος στην εμπορική διαμάχη ΗΠΑ–Κίνας.
Είναι μέρος της προσπάθειας των δύο υπερδυνάμεων να καθορίσουν ποιος θα ελέγχει τις βασικές ροές της παγκόσμιας οικονομίας την επόμενη δεκαετία.
Strategist Insight
Στο παλιό μοντέλο της παγκοσμιοποίησης, ένα βαρέλι πετρελαίου, ένας τόνος σόγιας ή ένα κιλό σπάνιων γαιών είχαν κυρίως μια τιμή.
Στο νέο μοντέλο έχουν και στρατηγική αξία.
Η Κίνα μπορεί να αγοράζει περισσότερα αμερικανικά αγροτικά προϊόντα ή ενέργεια και να προσφέρει ευκολότερη πρόσβαση σε κρίσιμα ορυκτά.
Οι ΗΠΑ μπορούν να χαλαρώσουν δασμούς, κυρώσεις ή άλλους περιορισμούς και να προσφέρουν μεγαλύτερη πρόσβαση στην αγορά τους.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο βαθύτερος ανταγωνισμός εξαφανίζεται.
Αντίθετα, και οι δύο πλευρές επενδύουν παράλληλα στη μείωση των δικών τους στρατηγικών εξαρτήσεων.
Και αυτό ίσως είναι το πραγματικό νόημα του νέου μεγάλου παζαριού Trump–Xi.
Η κάθε πλευρά προσπαθεί σήμερα να ανταλλάξει αυτό που έχει σε αφθονία με αυτό που χρειάζεται — ενώ ταυτόχρονα προσπαθεί να εξασφαλίσει ότι αύριο θα χρειάζεται τον αντίπαλό της όσο το δυνατόν λιγότερο.
Σε αυτή τη νέα εποχή, η γεωπολιτική ισχύς δεν μετριέται μόνο σε στρατούς, ΑΕΠ και τεχνολογία.
Μετριέται και στο ποιος ελέγχει τα πράγματα που ο άλλος δεν μπορεί εύκολα να βρει αλλού.