Τη σύνδεση κοινωνικών επιδομάτων με την αποδοχή προσφερόμενης εργασίας ή προγράμματος κατάρτισης εξετάζει η κυβέρνηση του Άντι Μπέρναμ στη Βρετανία. Η σχεδιαζόμενη μεταρρύθμιση σηματοδοτεί αυστηρότερη γραμμή απέναντι στη ραγδαία αύξηση των δαπανών πρόνοιας και αποτελεί μία από τις πρώτες μεγάλες πολιτικές δοκιμασίες για τον νέο πρωθυπουργό.
Σε συνέντευξή του στο BBC, ο Μπέρναμ υποστήριξε ότι η χώρα πρέπει να αντιμετωπίσει πιο αποφασιστικά το κόστος του συστήματος παροχών. Σύμφωνα με πληροφορίες του Bloomberg, ένα από τα σενάρια προβλέπει ότι οι δικαιούχοι θα υποχρεούνται να αποδέχονται κατάλληλες ευκαιρίες απασχόλησης ή εκπαίδευσης προκειμένου να συνεχίσουν να λαμβάνουν ορισμένες παροχές.
Ο λογαριασμός των 330 δισ. λιρών
Η πίεση στα βρετανικά δημόσια οικονομικά είναι έντονη. Το συνολικό κόστος κοινωνικής πρόνοιας αναμένεται να ξεπεράσει τις 330 δισ. λίρες, περίπου 440 δισ. δολάρια, κατά το τρέχον οικονομικό έτος. Πρόκειται για ποσό περίπου 50 δισ. λίρες υψηλότερο από την περίοδο πριν από την πανδημία.
Η μεταρρύθμιση δεν αφορά μόνο τη δημοσιονομική εξοικονόμηση. Η ανεργία μεταξύ των νέων ηλικίας 16 έως 24 ετών βρίσκεται στο υψηλότερο επίπεδο της τελευταίας δεκαετίας, ενώ περίπου 1 εκατομμύριο νέοι βρίσκονται εκτός εργασίας και εκπαίδευσης.
Για την κυβέρνηση, το πολιτικό στοίχημα είναι να περιορίσει τη μακροχρόνια εξάρτηση από τα επιδόματα χωρίς να τιμωρήσει ανθρώπους που αντιμετωπίζουν πραγματικά εμπόδια υγείας, δεξιοτήτων ή πρόσβασης στην εργασία.
Από την «Εγγύηση για τη Νεολαία» σε αυστηρότερους όρους
Η προηγούμενη κυβέρνηση είχε θεσπίσει την «Εγγύηση για τη Νεολαία», προσφέροντας αμειβόμενη εργασία διάρκειας 6 μηνών σε νέους 18 έως 24 ετών που λάμβαναν επίδομα και αναζητούσαν ενεργά εργασία για τουλάχιστον 18 μήνες.
Ο Μπέρναμ θέλει να ενισχύσει το μοντέλο με σαφέστερη υποχρέωση συμμετοχής. Η λογική είναι ότι το κράτος θα οφείλει να προσφέρει πραγματική διαδρομή προς την απασχόληση, αλλά ο δικαιούχος δεν θα μπορεί να απορρίπτει επανειλημμένα κατάλληλες προτάσεις χωρίς συνέπειες.
Παράλληλα, η κυβέρνηση σχεδιάζει παρεμβάσεις για την ψυχική υγεία στον χώρο εργασίας. Η αύξηση των αιτήσεων για επιδόματα αναπηρίας και μακροχρόνιας ασθένειας έχει καταστήσει σαφές ότι η απλή αυστηροποίηση των κριτηρίων δεν αρκεί. Χρειάζονται μηχανισμοί επιστροφής στην εργασία και υποστήριξη εργοδοτών και εργαζομένων.
Η δημοσιονομική αξιοπιστία στο μικροσκόπιο
Οι αγορές αντιμετωπίζουν τη μεταρρύθμιση ως τεστ αξιοπιστίας για τη νέα κυβέρνηση. Η Βρετανία δαπανά ήδη περίπου 111,2 δισ. λίρες τον χρόνο για τόκους χρέους, ποσό που αντιστοιχεί στο 8,3% των συνολικών κρατικών δαπανών. Ταυτόχρονα, ο Μπέρναμ έχει δεσμευθεί να αυξήσει τις αμυντικές δαπάνες στο 3% του ΑΕΠ έως το 2030.
Με περιορισμένο χώρο για νέους φόρους και αυξημένες απαιτήσεις σε υγεία, άμυνα και συντάξεις, το σύστημα πρόνοιας γίνεται αναπόφευκτα πεδίο δημοσιονομικής σύγκρουσης. Η προηγούμενη κυβέρνηση δεν κατάφερε να περάσει ανάλογες περικοπές, γεγονός που δείχνει πόσο δύσκολη θα είναι η κοινοβουλευτική και κοινωνική διαπραγμάτευση.
Η μεταρρύθμιση θα κριθεί στις λεπτομέρειες: τι θεωρείται κατάλληλη θέση εργασίας, ποιος αξιολογεί την ικανότητα απασχόλησης, ποιες εξαιρέσεις θα ισχύουν και πόσο αποτελεσματικά θα λειτουργούν τα προγράμματα κατάρτισης.
Εάν η κυβέρνηση περιοριστεί σε κυρώσεις, κινδυνεύει να μεταφέρει το κόστος από τον κρατικό προϋπολογισμό σε ευάλωτα νοικοκυριά. Εάν, όμως, συνδυάσει τις υποχρεώσεις με πραγματικές θέσεις εργασίας, δεξιότητες και υποστήριξη υγείας, μπορεί να αλλάξει τη σχέση ανάμεσα στην πρόνοια και την απασχόληση.
Για τον Μπέρναμ, το ζήτημα είναι μεγαλύτερο από τον λογαριασμό των επιδομάτων. Είναι η πρώτη απόδειξη του κατά πόσο μπορεί να μετατρέψει τις υποσχέσεις για κοινωνική δικαιοσύνη και δημοσιονομική πειθαρχία σε ενιαία πολιτική.