Νέους τρόπους επιβολής πιο στοχευμένων οικονομικών κυρώσεων, με μικρότερη εξάρτηση από την ομοφωνία των κρατών-μελών, εξετάζουν ευρωπαϊκοί αξιωματούχοι. Η συζήτηση επιταχύνθηκε μετά τη σκληρή διαπραγμάτευση για το 21ο πακέτο κυρώσεων κατά της Ρωσίας και την εξαίρεση που εξασφάλισε η Ελλάδα για συγκεκριμένες μεταφορές ρωσικού υγροποιημένου φυσικού αερίου.
Σύμφωνα με τους Financial Times, στις Βρυξέλλες ενισχύεται η εκτίμηση ότι τα μεγάλα, πολυσύνθετα πακέτα έχουν φτάσει στα πολιτικά τους όρια. Κάθε πακέτο συγκεντρώνει πολλά διαφορετικά μέτρα και, κατά συνέπεια, δίνει σε κάθε κυβέρνηση περισσότερα σημεία πάνω στα οποία μπορεί να ασκήσει βέτο ή να απαιτήσει εξαίρεση.
Δεν υπάρχει, προς το παρόν, επίσημη πρόταση κατάργησης του εθνικού βέτο. Η Κομισιόν αναζητεί νομικά και διαδικαστικά εργαλεία για μικρότερα μέτρα που μπορούν, ανάλογα με τη νομική τους βάση, να εγκρίνονται με ειδική πλειοψηφία ή να περιορίζουν το πεδίο της διαπραγμάτευσης.
Η ελληνική εξαίρεση που άνοιξε τη συζήτηση
Η Αθήνα απείλησε να εμποδίσει το νέο πακέτο, επιδιώκοντας προστασία για τη μεταφορά ρωσικού LNG προς τρίτες χώρες. Η τελική συμφωνία επέτρεψε τη συνέχιση ορισμένων παλαιών συμβάσεων που είχαν υπογραφεί πριν από τις 24 Φεβρουαρίου 2022, υπό τον όρο ότι οι μεταφερόμενες ποσότητες δεν θα ξεπερνούν τα επίπεδα του 2025.
Η εξαίρεση έχει ιδιαίτερη σημασία για την ελληνική ναυτιλία. Η Dynagas διαθέτει στόλο 27 πλοίων μεταφοράς LNG. Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλέστηκαν οι Financial Times και η Kpler, 11 πλοία της εταιρείας πραγματοποίησαν 144 ταξίδια και μετέφεραν περισσότερους από 10 εκατ. τόνους ρωσικού LNG από τις αρχές του 2025.
Η ελληνική στάση δεν ακύρωσε τις κυρώσεις, αλλά απέδειξε ότι ένα κράτος μπορεί να αποκτήσει ισχυρό διαπραγματευτικό μοχλό όταν ένα πακέτο χρειάζεται ομοφωνία. Το αποτέλεσμα ήταν μία συμφωνία που διατήρησε τον βασικό πυρήνα των μέτρων, αλλά περιέλαβε ειδική πρόνοια για εθνικά οικονομικά συμφέροντα.
Το Strategist είχε παρουσιάσει αναλυτικά τι προβλέπει το 21ο πακέτο κυρώσεων και πώς διαμορφώθηκε η ελληνική εξαίρεση.
Πού απαιτείται ομοφωνία και πού όχι
Η νομική αρχιτεκτονική των ευρωπαϊκών κυρώσεων είναι σύνθετη. Η πολιτική απόφαση στο πλαίσιο της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας λαμβάνεται κατά κανόνα ομόφωνα βάσει του άρθρου 29 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η εφαρμογή οικονομικών και χρηματοπιστωτικών περιορισμών μπορεί στη συνέχεια να στηρίζεται στο άρθρο 215 της Συνθήκης για τη λειτουργία της ΕΕ.
Αυτό δεν επιτρέπει στην Κομισιόν να παρακάμψει απλώς τις κυβερνήσεις. Αφήνει, όμως, περιθώριο να σχεδιάζονται στενότερα μέτρα ως εμπορικές, χρηματοπιστωτικές ή κανονιστικές παρεμβάσεις, για τις οποίες μπορεί να ισχύουν διαφορετικοί κανόνες ψηφοφορίας.
Η πιθανότερη αλλαγή δεν είναι ένα θεαματικό τέλος του βέτο, αλλά η μετάβαση από μεγάλα πακέτα σε μικρότερες και συχνότερες παρεμβάσεις. Ένα μέτρο που αφορά συγκεκριμένο προϊόν, χρηματοδοτικό κανάλι ή εταιρική δομή είναι ευκολότερο να τεκμηριωθεί νομικά και δυσκολότερο να μετατραπεί σε συνολικό παζάρι.
Το πολιτικό όριο της ομοφωνίας
Η ομοφωνία προστατεύει τα ζωτικά συμφέροντα των κρατών-μελών και διατηρεί ισχυρή πολιτική νομιμοποίηση σε αποφάσεις εξωτερικής πολιτικής. Ταυτόχρονα, όμως, επιβραδύνει την αντίδραση της Ένωσης και επιτρέπει σε μία κυβέρνηση να συνδέσει την έγκρισή της με άσχετες παραχωρήσεις.
Το δίλημμα είναι ιδιαίτερα ευαίσθητο για μικρά κράτη, περιλαμβανομένης της Κύπρου. Η αποδυνάμωση της ομοφωνίας μπορεί να αυξήσει την αποτελεσματικότητα της ΕΕ, αλλά ταυτόχρονα περιορίζει έναν από τους ισχυρότερους θεσμικούς μοχλούς που διαθέτουν οι μικρότερες χώρες.
Η συζήτηση που ανοίγει μετά την ελληνική εξαίρεση δεν αφορά μόνο τη Ρωσία. Αφορά το ποιος θα ελέγχει την εξωτερική οικονομική πολιτική της ΕΕ και πόσο χώρο θα διατηρούν οι εθνικές κυβερνήσεις για να προστατεύουν ειδικά συμφέροντα.
Οι Βρυξέλλες θέλουν ταχύτητα και συνέπεια. Τα κράτη-μέλη θέλουν έλεγχο και ασφαλιστικές δικλίδες. Η επόμενη γενιά κυρώσεων θα είναι, κατά πάσα πιθανότητα, το εργαστήριο στο οποίο θα δοκιμαστεί αυτή η νέα θεσμική ισορροπία.