Strategist Ai · AI Takeaways
- Η έρευνα SAFE της ΕΚΤ καταγράφει τις προσδοκίες επιχειρήσεων της ευρωζώνης για την επίδραση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή.
- Το καθαρό ισοζύγιο απαντήσεων είναι 79% για υψηλότερο κόστος εισροών και 58% για υψηλότερες τιμές πώλησης στους επόμενους 12 μήνες.
- Μικρομεσαίες, επιχειρήσεις εμπορίου και εξαγωγείς δηλώνουν τη μεγαλύτερη έκθεση.
- Το 36% αναζητεί εναλλακτικούς προμηθευτές εισροών· τα στοιχεία δεν είναι κυπριακό δείγμα.
Οι επιχειρήσεις της ευρωζώνης βλέπουν τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή πρώτα στο κόστος των υλικών και της ενέργειας και έπειτα στις τιμές που σχεδιάζουν να χρεώσουν. Στη νέα ανάλυση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, το καθαρό ισοζύγιο των επιχειρήσεων που θεωρούν ότι η σύγκρουση αυξάνει τις προσδοκίες τους φθάνει το 79% για το κόστος εισροών και το 58% για τις τιμές πώλησης στους επόμενους δώδεκα μήνες.
Οι αριθμοί προέρχονται από ειδικές ερωτήσεις της έρευνας SAFE για το δεύτερο τρίμηνο του 2026. Είναι καθαρά ποσοστά απαντήσεων: το μερίδιο όσων βλέπουν αύξηση μείον το μερίδιο όσων βλέπουν μείωση. Δεν σημαίνουν ότι το κόστος θα αυξηθεί κατά 79% ή ότι οι τιμές θα ανέβουν κατά 58%.
Ποιοι αισθάνονται μεγαλύτερη πίεση
Το εμπόριο, οι εξαγωγείς και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αναφέρουν τη μεγαλύτερη έκθεση. Από τις μικρομεσαίες, το 35% έδωσε βαθμολογία άνω του επτά σε κλίμακα από το ένα έως το δέκα για το πόσο έχει επηρεαστεί η δραστηριότητά του. Το αντίστοιχο ποσοστό στις μεγάλες επιχειρήσεις ήταν 28%. Για έναν εξαγωγέα η διαταραχή μπορεί να έρθει ταυτόχρονα από τις αγορές προορισμού, τα μεταφορικά και τις εισαγόμενες πρώτες ύλες.
Στο μέτωπο των κερδών, το καθαρό ισοζύγιο 40% αναφέρει αρνητική επίδραση στις προσδοκίες. Για τη ζήτηση το αντίστοιχο αρνητικό ισοζύγιο είναι 14%. Η εικόνα δεν δείχνει ακόμη καθολική ακύρωση επενδύσεων ή προσλήψεων: στο σύνολο του δείγματος οι καθαρές απαντήσεις για απασχόληση, ώρες εργασίας και επενδύσεις βρίσκονται κοντά στο μηδέν. Στις επιχειρήσεις με υψηλή έκθεση όμως, το 11% καθαρό ισοζύγιο αναμένει αρνητική επίδραση στην αύξηση των επενδύσεων.
Αλλάζουν προμηθευτές και επενδύουν στην ανθεκτικότητα
Οι επιχειρήσεις δεν περιορίζονται στην αναπροσαρμογή τιμών. Το 36% δηλώνει ότι αναζητεί εναλλακτικούς προμηθευτές υλικών ή εξαρτημάτων, το 31% επιταχύνει επενδύσεις στην ενεργειακή αποδοτικότητα ή στις ανανεώσιμες πηγές και το 29% αναζητεί άλλους παρόχους ενέργειας ή καύσιμα. Οι απαντήσεις επιτρέπουν πολλαπλές επιλογές, επομένως τα ποσοστά δεν προστίθενται μεταξύ τους.
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από 21 Μαΐου έως 26 Ιουνίου 2026. Περίπου το ένα τέταρτο των επιχειρήσεων απάντησε μετά την ανακοίνωση μνημονίου ΗΠΑ–Ιράν στις 14 Ιουνίου, χωρίς η ΕΚΤ να εντοπίζει ουσιαστική μεταβολή στην κατανομή των απαντήσεων. Αυτό είναι αποτύπωση προσδοκιών και σχεδίων εκείνης της περιόδου, όχι λογιστικός απολογισμός τελικών ζημιών.
Για τις κυπριακές επιχειρήσεις, η πρακτική αξία των ευρωπαϊκών ευρημάτων βρίσκεται στους διαύλους μετάδοσης: ενέργεια, εισαγόμενες εισροές, ναύλοι και εξωτερική ζήτηση. Το δείγμα καλύπτει την ευρωζώνη και δεν δημοσιεύει εδώ ειδικό κυπριακό ποσοστό. Μια κυπριακή εταιρεία χρειάζεται να εξετάσει τις δικές της συμβάσεις, τα αποθέματα και τα περιθώρια πριν μετατρέψει τη διεθνή πίεση σε αλλαγή τιμών ή επενδυτικού σχεδίου.