Η παρατεταμένη κρίση στη Μέση Ανατολή και το ενεργειακό σοκ επαναφέρουν τον πληθωρισμό στο επίκεντρο των αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Το παράθυρο ευκαιρίας για τη διατήρηση μιας πιο υποστηρικτικής νομισματικής πολιτικής φαίνεται να έχει κλείσει για την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, καθώς η παρατεταμένη κρίση στη Μέση Ανατολή συνεχίζει να τροφοδοτεί ένα νέο κύμα πληθωριστικών πιέσεων στην Ευρωζώνη.
Τέσσερις μήνες μετά την έναρξη της σύγκρουσης μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, η ενεργειακή αγορά εξακολουθεί να βρίσκεται σε κατάσταση έντονης αναταραχής. Τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν ουσιαστικά εκτός πλήρους λειτουργίας, περιορίζοντας τις παγκόσμιες ροές πετρελαίου και φυσικού αερίου και διατηρώντας τις τιμές της ενέργειας σε επίπεδα που προκαλούν ανησυχία στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι αγορές θεωρούν πλέον σχεδόν βέβαιη την πρώτη αύξηση επιτοκίων από την ΕΚΤ μετά από περισσότερο από δυόμισι χρόνια.
Η πρώτη αύξηση μετά το 2023
Όλα δείχνουν ότι η ΕΚΤ θα αυξήσει το επιτόκιο αποδοχής καταθέσεων κατά 25 μονάδες βάσης, οδηγώντας το στο 2,25% από το σημερινό 2%.
Πρόκειται για μια συμβολική αλλά ιδιαίτερα σημαντική μεταβολή πολιτικής.
Η τελευταία φορά που η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα προχώρησε σε αύξηση επιτοκίων ήταν τον Σεπτέμβριο του 2023, όταν το επιτόκιο καταθέσεων είχε φτάσει στο 4%, στο αποκορύφωμα της μάχης κατά του μεταπανδημικού πληθωρισμού.
Ακολούθησε ένας κύκλος μειώσεων από τον Ιούνιο του 2024 έως τον Ιούνιο του 2025, ο οποίος συνολικά αφαίρεσε δύο ποσοστιαίες μονάδες από τα επιτόκια, καθώς ο πληθωρισμός αποκλιμακωνόταν και η οικονομική ανάπτυξη επιβραδυνόταν.
Σήμερα, όμως, οι συνθήκες έχουν αλλάξει.
Το ενεργειακό σοκ επιστρέφει
Η άνοδος των τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου επηρεάζει άμεσα το κόστος παραγωγής, τις μεταφορές, τη βιομηχανία και τελικά τις τιμές που πληρώνουν οι καταναλωτές.
Η Ευρώπη παραμένει ιδιαίτερα ευάλωτη στις ενεργειακές διαταραχές, καθώς εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εισαγόμενες πρώτες ύλες.
Οι αγορές φοβούνται ότι η παρατεταμένη άνοδος των ενεργειακών τιμών μπορεί να προκαλέσει ένα δεύτερο κύμα πληθωρισμού, παρόμοιο με εκείνο που ακολούθησε την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022.
Για την ΕΚΤ, η αποτροπή αυτής της εξέλιξης αποτελεί πλέον κορυφαία προτεραιότητα.
Δύσκολη εξίσωση για την οικονομία
Η απόφαση για αύξηση επιτοκίων δεν είναι χωρίς κόστος.
Η οικονομία της Ευρωζώνης εξακολουθεί να παρουσιάζει αδύναμη ανάπτυξη, ενώ αρκετές χώρες αντιμετωπίζουν πιέσεις από το υψηλό δημόσιο χρέος και το αυξημένο κόστος δανεισμού.
Μια νέα περίοδος αυστηρότερης νομισματικής πολιτικής θα μπορούσε να περιορίσει περαιτέρω τις επενδύσεις, την κατανάλωση και τη στεγαστική αγορά.
Ωστόσο, οι κεντρικοί τραπεζίτες φαίνεται να θεωρούν ότι ο κίνδυνος επανεμφάνισης του πληθωρισμού είναι πλέον μεγαλύτερος από τον κίνδυνο επιβράδυνσης της ανάπτυξης.
Οι αγορές προεξοφλούν νέα εποχή
Οι αποδόσεις των ευρωπαϊκών κρατικών ομολόγων έχουν ήδη κινηθεί ανοδικά τις τελευταίες εβδομάδες, καθώς οι επενδυτές προεξοφλούν ένα πιο αυστηρό περιβάλλον επιτοκίων.
Παράλληλα, οι τράπεζες αναμένεται να επωφεληθούν από τα υψηλότερα επιτόκια, ενώ οι κλάδοι που εξαρτώνται περισσότερο από τον δανεισμό ενδέχεται να δεχθούν πιέσεις.
Η προσοχή στρέφεται πλέον όχι μόνο στην απόφαση της ερχόμενης Πέμπτης, αλλά και στα μηνύματα που θα στείλει η πρόεδρος της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, σχετικά με τις επόμενες κινήσεις.
Η πιθανή αύξηση επιτοκίων της ΕΚΤ δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική νομισματική απόφαση. Είναι η πρώτη μεγάλη οικονομική συνέπεια της κρίσης στα Στενά του Ορμούζ για την Ευρώπη. Αν επιβεβαιωθεί η νέα στροφή πολιτικής, θα σηματοδοτήσει το τέλος της περιόδου χαλάρωσης που ξεκίνησε το 2024 και την επιστροφή σε ένα περιβάλλον όπου η ενεργειακή ασφάλεια καθορίζει ξανά τη νομισματική πολιτική. Για τις αγορές, το μήνυμα είναι σαφές: η γεωπολιτική έχει επιστρέψει στο επίκεντρο της οικονομίας και των επενδυτικών αποφάσεων.