Μια διαφωνία για δύο αριθμούς, τα 7–8 σεντ ανά κιλοβατώρα και μια πιθανή μείωση 20%, άνοιξε ξανά τη μεγάλη συζήτηση για το γιατί η ηλιοφάνεια της Κύπρου δεν μεταφράζεται γρηγορότερα σε φθηνότερο ρεύμα. Ο ευρωβουλευτής Φειδίας Παναγιώτου κάλεσε τον Πρόεδρο Νίκο Χριστοδουλίδη να παρέμβει ώστε το χαμηλότερο κόστος της φωτοβολταϊκής παραγωγής να περάσει στους καταναλωτές. Παραγωγοί ΑΠΕ απάντησαν ότι η εικόνα είναι ελλιπής, επικαλούμενοι περικοπές παραγωγής που, σε ορισμένα πάρκα και χρονικές περιόδους, φθάνουν περίπου το 70%.
Και οι δύο πλευρές αγγίζουν πραγματικά προβλήματα. Όμως οι αριθμοί τους δεν μετρούν το ίδιο πράγμα. Το κόστος παραγωγής ενός φωτοβολταϊκού έργου, η τιμή με την οποία πωλεί την ενέργεια, το κόστος του συνολικού συστήματος και η τελική χρέωση ενός νοικοκυριού είναι τέσσερα διαφορετικά μεγέθη.
- Τα 7–8 σεντ/kWh και η πιθανή μείωση 20% είναι ισχυρισμοί του Φειδία Παναγιώτου και χρειάζονται πλήρη μεθοδολογία.
- Το περίπου 70% που επικαλούνται παραγωγοί αφορά ορισμένα πάρκα και περιόδους, όχι επίσημο ποσοστό για όλη την αγορά.
- Η ΡΑΕΚ επιβεβαιώνει ότι οι περικοπές επιβάλλονται όταν το απαιτούν η ασφάλεια, η ζήτηση και οι τεχνικοί περιορισμοί του συστήματος.
- Η τελική τιμή περιλαμβάνει πολύ περισσότερα από το κόστος ενός φωτοβολταϊκού: καύσιμα, δίκτυα, εξισορρόπηση, προμήθεια και ρυθμιζόμενες χρεώσεις.
- Η ουσιαστική απάντηση απαιτεί δεδομένα ανά έργο, διαφανείς συμβάσεις, αποθήκευση και ευέλικτη κατανάλωση.
Τι ακριβώς υποστηρίζουν οι δύο πλευρές
Ο Φειδίας Παναγιώτου υποστήριξε σε δημόσιο βίντεο ότι η παραγωγή από φωτοβολταϊκά μπορεί να κοστίζει περίπου 7–8 σεντ/kWh και ότι υπάρχει περιθώριο περιορισμού του κέρδους των εταιρειών, με δυνητικό όφελος έως 20% για τους καταναλωτές. Η θέση του θέτει ένα θεμιτό ερώτημα: πόσο από το οικονομικό πλεονέκτημα των ΑΠΕ φθάνει πράγματι στον λογαριασμό;
Η απάντηση παραγωγών είναι ότι ένας θεωρητικός ή μέσος δείκτης κόστους δεν αποτυπώνει τα πραγματικά οικονομικά κάθε πάρκου. Εκτός από χρηματοδότηση, λειτουργία και αποσβέσεις, οι μονάδες χάνουν έσοδα όταν ο Διαχειριστής περιορίζει την έγχυση ενέργειας στο δίκτυο. Παράλληλα, η εγκατάσταση μπαταριών απαιτεί νέο κεφάλαιο και συνεπάγεται ενεργειακές απώλειες.
Το κρίσιμο σημείο είναι ότι καμία από τις δύο ποσοστιαίες αναφορές δεν αρκεί από μόνη της. Για το 20% χρειάζεται μοντέλο που να δείχνει ποια σημερινή χρέωση μειώνεται και με ποιον μηχανισμό. Για το 70% χρειάζονται μετρήσεις ανά πάρκο, διάρκεια των περιορισμών και σύγκριση με τη δυνητική ετήσια παραγωγή.
Γιατί τα 7–8 σεντ δεν είναι ο λογαριασμός
Ένα φωτοβολταϊκό μπορεί να παράγει φθηνότερα από μια μονάδα που καίει υγρά καύσιμα. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε κιλοβατώρα που καταναλώνεται μπορεί να τιμολογηθεί στο κόστος του φωτοβολταϊκού. Ο καταναλωτής χρειάζεται ρεύμα και μετά τη δύση του ήλιου, στις ώρες αιχμής και όταν η παραγωγή ΑΠΕ μεταβάλλεται.
Στην τελική τιμή συνυπάρχουν το κόστος της ενέργειας, η ρήτρα καυσίμου, η λειτουργία των δικτύων, οι απώλειες, η εξισορρόπηση προσφοράς και ζήτησης, η προμήθεια και οι ρυθμιζόμενες επιβαρύνσεις. Η ΑΗΚ εξηγεί ότι ακόμη και η διατίμηση χονδρικής προσαρμόζεται με βάση το μεσοσταθμικό κόστος καυσίμου και συντελεστές που εγκρίνει η ΡΑΕΚ.
Άρα το σωστό οικονομικό ερώτημα δεν είναι «γιατί δεν πληρώνουμε όλοι 7–8 σεντ;». Είναι πόσο μειώνεται το συνολικό κόστος προμήθειας όταν αυξάνεται η πραγματικά αξιοποιούμενη ηλιακή ενέργεια και με ποιο συμβόλαιο το όφελος μεταφέρεται στους πελάτες.
Οι περικοπές είναι πραγματικές, αλλά χρειάζονται σωστή μέτρηση
Η ΡΑΕΚ επιβεβαιώνει ότι σε περιόδους χαμηλής ζήτησης και υψηλής παραγωγής ΑΠΕ οι Διαχειριστές μπορούν να περιορίζουν την ενέργεια που διοχετεύεται στα δίκτυα. Η ανάγκη συνδέεται με τη διατήρηση ελάχιστων συμβατικών μονάδων, τους τεχνικούς περιορισμούς, τη μεταβλητότητα του καιρού και την ικανότητα κάλυψης των αιχμών.
Ο ΔΣΜΚ έχει επίσης διευκρινίσει ότι οι περικοπές αρχίζουν από τα μεγαλύτερα εμπορικά έργα και, αν δεν αρκούν, επεκτείνονται σε μικρότερα συστήματα. Σημειώνει ακόμη ότι η απουσία επαρκούς αποθήκευσης σε ένα απομονωμένο ηλεκτρικό σύστημα δημιουργεί ένα δομικό όριο στην απορρόφηση της μεσημεριανής παραγωγής.
Αυτό δικαιολογεί την απαίτηση των παραγωγών να συνυπολογιστεί η χαμένη παραγωγή. Δεν αποδεικνύει, όμως, ότι κάθε επένδυση ΑΠΕ έχει χαμηλή ή μηδενική κερδοφορία. Η κερδοφορία κρίνεται από την τιμή πώλησης, τις πραγματικές MWh, τη χρηματοδότηση, το λειτουργικό κόστος και την απόδοση του επενδεδυμένου κεφαλαίου.
Τα στοιχεία που πρέπει να δημοσιοποιηθούν
Για να φύγει η συζήτηση από τα συνθήματα, χρειάζεται ένα κοινό σύνολο δεδομένων. Ανωνυμοποιημένα όπου υπάρχουν εμπορικά απόρρητα, αλλά αρκετά αναλυτικά ώστε να ελέγχονται οι ισχυρισμοί:
- η δυνητική και η πραγματική παραγωγή ανά τεχνολογία και κατηγορία έργου,
- οι περικοπές σε MWh και ως ποσοστό της ετήσιας δυνητικής παραγωγής,
- η πραγματική τιμή πώλησης και ο τύπος του συμβολαίου,
- το κόστος χρηματοδότησης, λειτουργίας και συντήρησης,
- η επένδυση που απαιτείται για αποθήκευση και οι απώλειές της,
- το καθαρό περιθώριο και η απόδοση κεφαλαίου, όχι μόνο το τεχνικό κόστος ανά kWh.
Πώς μπορεί πράγματι να πέσει η τιμή
Η φθηνότερη ηλιακή παραγωγή μπορεί να ωφελήσει ευρύτερα τους καταναλωτές μέσω ανταγωνιστικών διαγωνισμών και μακροχρόνιων συμβάσεων προμήθειας, περισσότερης αποθήκευσης, ευέλικτων τιμολογίων που μετακινούν τη ζήτηση στις ώρες ηλιοφάνειας και ταχύτερων επενδύσεων στα δίκτυα. Χρειάζεται επίσης καθαρή μεθοδολογία περικοπών, ώστε οι επενδυτές να γνωρίζουν τον κίνδυνο πριν δεσμεύσουν κεφάλαια.
Η δημόσια πίεση για φθηνότερο ρεύμα είναι δικαιολογημένη. Η απάντηση, όμως, δεν βρίσκεται σε έναν μόνο αριθμό. Βρίσκεται στη διαφάνεια των συμβάσεων, στην απορρόφηση περισσότερης καθαρής ενέργειας και σε μια αγορά που μεταφέρει αποδεδειγμένα το χαμηλότερο κόστος στον τελικό καταναλωτή.
The post Φειδίας και παραγωγοί ΑΠΕ σε σύγκρουση: Τι πραγματικά καθορίζει την τιμή του ρεύματος appeared first on moneymatters.cy.