Strategist Ai · AI Takeaways
- Η Κύπρος κατέγραψε 10 γεννήσεις ανά 1.000 κατοίκους το 2024, η Ελλάδα 6,6.
- Οι γεννήσεις στην Κύπρο μειώθηκαν από 10.241 το 2023 σε 9.766 το 2024.
- Ο κυπριακός δείκτης γονιμότητας ήταν 1,4 παιδιά ανά γυναίκα.
Η Κύπρος καταγράφει περισσότερες γεννήσεις ανά κάτοικο από την Ελλάδα, αλλά ο δείκτης γονιμότητάς της παραμένει πολύ χαμηλός για αναπλήρωση των γενεών. Στα τελευταία συγκρίσιμα στοιχεία της Eurostat για το 2024, η Κύπρος είχε 10,0 γεννήσεις ανά 1.000 κατοίκους και η Ελλάδα 6,6. Η διαφορά δεν σημαίνει ότι η κυπριακή δημογραφία έχει λυθεί: ο αντίστοιχος κυπριακός δείκτης γονιμότητας ήταν 1,4 παιδιά ανά γυναίκα.
Η πρόσφατη συζήτηση για την κατάρρευση των γεννήσεων σε τμήματα της ελληνικής περιφέρειας δείχνει τι συμβαίνει όταν λιγοστεύουν διαδοχικά οι νεότερες ηλικίες. Τα εθνικά ποσοστά δεν περιγράφουν κάθε επαρχία ή δήμο. Στην Κύπρο, όπου ο συνολικός πληθυσμός επηρεάζεται και από τη μετανάστευση, χρειάζεται να παρακολουθούνται χωριστά οι γεννήσεις, η ηλικιακή σύνθεση και η μετακίνηση ανθρώπων.
Οι πραγματικοί κυπριακοί αριθμοί
Σύμφωνα με τη Στατιστική Υπηρεσία Κύπρου, στις περιοχές που ελέγχει η Κυπριακή Δημοκρατία καταγράφηκαν 9.766 γεννήσεις το 2024, από 10.241 το 2023. Η μείωση ήταν 475 γεννήσεις, περίπου 4,6% μέσα σε έναν χρόνο. Ο δείκτης 1,4 βρίσκεται κάτω από το επίπεδο αναπλήρωσης 2,1 ήδη από το 1995, ενώ η μέση ηλικία στην πρώτη γέννηση έφθασε τα 30,4 έτη.
Η ακατέργαστη αναλογία γεννήσεων ανά 1.000 κατοίκους επηρεάζεται και από το πόσες γυναίκες βρίσκονται στις ηλικίες τεκνοποίησης. Γι’ αυτό μπορεί να είναι σχετικά υψηλή και ταυτόχρονα η γονιμότητα ανά γυναίκα χαμηλή. Η Κύπρος δεν είναι στη θέση της Ελλάδας, αλλά αντιμετωπίζει δικό της μακροχρόνιο δημογραφικό περιορισμό.
Από τις γεννήσεις στα σχολεία και στην οικονομία
Λιγότερες γεννήσεις σήμερα σημαίνουν, με χρονική υστέρηση, μικρότερες σχολικές ηλικίες και αργότερα λιγότερους νέους που εισέρχονται στην εργασία. Οι επιπτώσεις δεν είναι ομοιόμορφες: μπορούν να είναι πιο έντονες σε περιοχές όπου ήδη μετακινούνται οικογένειες προς μεγαλύτερα αστικά κέντρα. Η στέγαση, η πρόσβαση σε υπηρεσίες φροντίδας και οι ευκαιρίες εργασίας επηρεάζουν τις οικογενειακές αποφάσεις, χωρίς ένας μόνο παράγοντας να εξηγεί όλη τη μεταβολή.
Το ζήτημα για την Κύπρο είναι να σχεδιάσει σχολεία, υπηρεσίες υγείας και ασφαλιστικό σύστημα με δεδομένα ανά ηλικία και περιοχή. Η σύγκριση με την Ελλάδα είναι χρήσιμη ως προειδοποίηση για τη μακρά διάρκεια της τάσης, όχι ως πρόβλεψη ότι κάθε κυπριακή κοινότητα θα ακολουθήσει την ίδια πορεία.