Σε μία από τις σημαντικότερες παρεμβάσεις περιορισμού των κοινωνικών δαπανών προχωρά η κυβέρνηση του Φρίντριχ Μερτς, σχεδιάζοντας βαθιές περικοπές στο επίδομα στέγασης που στηρίζει περισσότερα από 1,2 εκατ. νοικοκυριά στη Γερμανία.
Το κυβερνητικό σχέδιο προβλέπει εξοικονόμηση περίπου 1,5 δισ. ευρώ το 2027, με το ποσό να αυξάνεται στα 2 δισ. ευρώ ετησίως από το 2028. Εφόσον εγκριθεί από το γερμανικό κοινοβούλιο, οι αλλαγές αναμένεται να τεθούν σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2027.
Η έκταση των περικοπών είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Οι συνολικές δαπάνες για το επίδομα στέγασης αναμένεται να περιοριστούν από περίπου 5 δισ. ευρώ σε 3 δισ. ευρώ τον χρόνο, ενώ υπολογίζεται ότι σχεδόν ένα στα τρία νοικοκυριά που λαμβάνουν σήμερα την ενίσχυση θα χάσει πλήρως το δικαίωμά του.
Αυτό αντιστοιχεί σε περίπου 400.000 νοικοκυριά, πολλά από τα οποία βρίσκονται οριακά πάνω από τα εισοδηματικά κριτήρια άλλων κοινωνικών παροχών.
Πώς θα μειωθεί το επίδομα
Το επίδομα στέγασης αποτελεί κρατική ενίσχυση για νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος που δυσκολεύονται να καλύψουν το ενοίκιο ή το κόστος ιδιόκτητης κατοικίας. Δεν απευθύνεται μόνο σε ανέργους, αλλά και σε χαμηλόμισθους εργαζομένους, συνταξιούχους, οικογένειες και μονογονεϊκά νοικοκυριά.
Η προτεινόμενη μεταρρύθμιση προβλέπει, μεταξύ άλλων, την αναστολή της προγραμματισμένης αναπροσαρμογής του επιδόματος με βάση την εξέλιξη των ενοικίων και του πληθωρισμού. Αυτό σημαίνει ότι η ενίσχυση δεν θα αυξηθεί, ακόμη και αν συνεχιστεί η άνοδος του κόστους κατοικίας.
Παράλληλα, σχεδιάζεται να μειωθεί κατά το ήμισυ η συνιστώσα που καλύπτει μέρος του κόστους θέρμανσης, η οποία είχε ενσωματωθεί μόνιμα στο σύστημα μετά την ενεργειακή κρίση. Αλλαγές αναμένονται και στον μαθηματικό τύπο με τον οποίο υπολογίζεται το ύψος της επιδότησης.
Οι ήδη εγκεκριμένες παροχές δεν προβλέπεται να διακοπούν άμεσα. Θα παραμείνουν σε ισχύ μέχρι τη λήξη της υφιστάμενης περιόδου έγκρισης, η οποία συνήθως διαρκεί 12 μήνες. Οι νέοι κανόνες θα εφαρμόζονται κατά την ανανέωση των αιτήσεων.
Στήριξη σε περισσότερα από 1,2 εκατ. νοικοκυριά
Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Ομοσπονδιακής Στατιστικής Υπηρεσίας, στο τέλος του 2024 λάμβαναν επίδομα στέγασης περίπου 1,242 εκατ. νοικοκυριά, αριθμός αυξημένος κατά 5,9% σε σχέση με το 2023.
Οι δικαιούχοι αντιστοιχούσαν περίπου στο 3% των νοικοκυριών με κύρια κατοικία στη Γερμανία. Η συνολική δαπάνη της ομοσπονδιακής κυβέρνησης και των κρατιδίων ανήλθε σε 4,69 δισ. ευρώ, καταγράφοντας ετήσια αύξηση 8,6%.
Το μέσο μηνιαίο ποσό διαμορφωνόταν στα 287 ευρώ για τα νοικοκυριά που λάμβαναν πλήρες επίδομα και στα 240 ευρώ για όσα λάμβαναν συμπληρωματική ενίσχυση.
Σημαντικές είναι και οι περιφερειακές αποκλίσεις. Στο κρατίδιο του Μεκλεμβούργου-Δυτικής Πομερανίας το ποσοστό των δικαιούχων έφθανε το 5,6% των νοικοκυριών, ενώ στη Βαυαρία περιοριζόταν στο 1,7%.
Η μεγάλη αύξηση των δικαιούχων τα τελευταία χρόνια συνδέεται με τη μεταρρύθμιση του 2023, μέσω της οποίας διευρύνθηκαν τα εισοδηματικά κριτήρια και ενσωματώθηκαν ενισχύσεις για τη θέρμανση και την ενεργειακή επιβάρυνση των κατοικιών.
Περισσότερο εκτεθειμένες οικογένειες και συνταξιούχοι
Οι κοινωνικοί φορείς προειδοποιούν ότι οι περικοπές θα επηρεάσουν περισσότερο τις οικογένειες με παιδιά, τα μονογονεϊκά νοικοκυριά και τους συνταξιούχους με χαμηλό εισόδημα.
Ο Σύνδεσμος Ισότιμης Κοινωνικής Πρόνοιας υποστηρίζει ότι η απώλεια ακόμη και μερικών εκατοντάδων ευρώ τον μήνα μπορεί να οδηγήσει πολλά νοικοκυριά κάτω από το όριο της φτώχειας, ιδιαίτερα στις περιοχές όπου τα ενοίκια έχουν αυξηθεί ταχύτερα από τους μισθούς και τις συντάξεις.
Ο εκπρόσωπος του Συνδέσμου, Γιόακιμ Ροκ, εκτιμά ότι οι περικοπές πλήττουν ανθρώπους που ήδη διαθέτουν περιορισμένο περιθώριο στον οικογενειακό τους προϋπολογισμό. Για αρκετούς δικαιούχους, το επίδομα δεν αποτελεί πρόσθετο εισόδημα, αλλά τον μηχανισμό που τους επιτρέπει να εξακολουθούν να πληρώνουν το ενοίκιό τους.
Οι αντιδράσεις εντείνονται και από το γεγονός ότι οι αλλαγές έρχονται σε μία περίοδο κατά την οποία η προσφορά οικονομικά προσιτών κατοικιών παραμένει περιορισμένη, ιδιαίτερα στις μεγαλύτερες γερμανικές πόλεις.
Αμφίβολη η πραγματική εξοικονόμηση
Ένα από τα βασικά επιχειρήματα των επικριτών είναι ότι η ονομαστική μείωση της δαπάνης δεν θα μετατραπεί απαραίτητα σε ισόποσο όφελος για τα δημόσια οικονομικά.
Νοικοκυριά που θα χάσουν το επίδομα στέγασης ενδέχεται να αναγκαστούν να υποβάλουν αίτηση για τη βασική εισοδηματική στήριξη ή για άλλες κοινωνικές παροχές. Σε αυτή την περίπτωση, το κόστος δεν θα εξαφανιστεί, αλλά θα μεταφερθεί σε διαφορετικό κρατικό προϋπολογισμό ή στις τοπικές αρχές.
Οι κυβερνητικοί υπολογισμοί φαίνεται να αναγνωρίζουν εν μέρει αυτό το πρόβλημα. Παρότι η ακαθάριστη εξοικονόμηση εκτιμάται σε 1,5 δισ. ευρώ για το 2027, το καθαρό δημοσιονομικό όφελος, μετά τη μεταφορά δικαιούχων σε άλλα προγράμματα, υπολογίζεται χαμηλότερα, κοντά στα 1,16 δισ. ευρώ.
Από το 2028, η ετήσια ακαθάριστη εξοικονόμηση εκτιμάται στα 2 δισ. ευρώ, αλλά το καθαρό όφελος αναμένεται να διαμορφωθεί περίπου στο 1,5 δισ. ευρώ.
Η στεγαστική κρίση παραμένει άλυτη
Κοινωνικές οργανώσεις και ενώσεις ενοικιαστών υποστηρίζουν ότι η κυβέρνηση αντιμετωπίζει το δημοσιονομικό αποτέλεσμα και όχι την αιτία του προβλήματος.
Η αύξηση των δαπανών για επιδόματα στέγασης αντανακλά τα υψηλότερα ενοίκια, το ενεργειακό κόστος και την περιορισμένη κατασκευή προσιτών κατοικιών. Περισσότερες δημόσιες, κοινωνικές και μη κερδοσκοπικές κατοικίες θα μπορούσαν, σύμφωνα με τους επικριτές, να μειώσουν μακροπρόθεσμα τόσο τη στεγαστική επιβάρυνση των νοικοκυριών όσο και την ανάγκη κρατικών επιδοτήσεων.
Η γερμανική κυβέρνηση βρίσκεται, επομένως, αντιμέτωπη με μία δύσκολη εξίσωση: από τη μία επιδιώκει να περιορίσει τις δαπάνες, καθώς η ασθενής ανάπτυξη και οι αυξημένες δημοσιονομικές ανάγκες στενεύουν τα περιθώρια του προϋπολογισμού· από την άλλη, οι περικοπές κινδυνεύουν να ενισχύσουν την κοινωνική ανασφάλεια και να αυξήσουν τη ζήτηση για άλλες μορφές κρατικής στήριξης.
MoneyMatters Insight
Η σχεδιαζόμενη περικοπή του επιδόματος στέγασης δείχνει το βασικό δίλημμα της γερμανικής δημοσιονομικής πολιτικής: η μείωση μιας κοινωνικής δαπάνης δεν συνεπάγεται αυτόματα και αντίστοιχη εξοικονόμηση για το κράτος.
Εάν εκατοντάδες χιλιάδες νοικοκυριά μετακινηθούν σε άλλα συστήματα κοινωνικής προστασίας, μέρος του κόστους απλώς θα αλλάξει υπουργείο ή επίπεδο διακυβέρνησης. Παράλληλα, η υποχώρηση της αγοραστικής τους δύναμης μπορεί να περιορίσει την κατανάλωση σε μία περίοδο κατά την οποία η γερμανική οικονομία χρειάζεται ενίσχυση της εσωτερικής ζήτησης.
Η βιώσιμη λύση δεν βρίσκεται μόνο στα επιδόματα. Χωρίς περισσότερη προσφορά προσιτής κατοικίας και αποτελεσματικότερη συγκράτηση του στεγαστικού κόστους, οι δημοσιονομικές πιέσεις θα επανέρχονται, ανεξάρτητα από το πώς κατανέμονται οι κοινωνικές παροχές.
The post Γερμανία: «Ψαλίδι» 2 δισ. ευρώ στο επίδομα στέγασης – Εκτός ένας στους τρεις δικαιούχους appeared first on moneymatters.cy.