
Η αμερικανική κυβέρνηση έχει επιστρέψει περίπου 100 δισ. δολάρια σε επιχειρήσεις που είχαν καταβάλει τους δασμούς της λεγόμενης «Ημέρας Απελευθέρωσης», μετά την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ ότι ο Ντόναλντ Τραμπ δεν είχε τη νόμιμη εξουσία να τους επιβάλει μέσω έκτακτων προεδρικών αρμοδιοτήτων.
Οι επιστροφές αντιστοιχούν περίπου στο 60% των συνολικών 165 δισ. δολαρίων που είχαν εισπραχθεί από τους συγκεκριμένους δασμούς. Το μέγεθος του ποσού αποκαλύπτει όχι μόνο τη δημοσιονομική σημασία της δικαστικής απόφασης, αλλά και το εύρος της επιβάρυνσης που είχε υποστεί η αμερικανική επιχειρηματική και καταναλωτική αγορά.
Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσίασαν αξιωματούχοι της αμερικανικής τελωνειακής υπηρεσίας στο Διεθνές Δικαστήριο Εμπορίου, αιτήματα επιστροφής αξίας άνω των 128 δισ. δολαρίων έχουν ήδη γίνει δεκτά προς επεξεργασία. Η διαδικασία εξελίσσεται ταχύτερα από τις αρχικές εκτιμήσεις, οι οποίες προειδοποιούσαν ότι η πλήρης αποπληρωμή θα μπορούσε να διαρκέσει χρόνια.
Ποιοι δασμοί κρίθηκαν παράνομοι
Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε στις 20 Φεβρουαρίου 2026 ότι ο Νόμος περί Διεθνών Οικονομικών Εξουσιών Έκτακτης Ανάγκης δεν παρέχει στον Πρόεδρο των ΗΠΑ γενική εξουσία επιβολής δασμών.
Ο συγκεκριμένος νόμος είχε χρησιμοποιηθεί από τον Ντόναλντ Τραμπ ως νομική βάση για την επιβολή ευρείας κλίμακας δασμών, με την κυβέρνηση να επικαλείται καταστάσεις έκτακτης ανάγκης που συνδέονταν με το εμπορικό έλλειμμα και τη διακίνηση ναρκωτικών.
Η απόφαση δεν έκρινε παράνομο το σύνολο των αμερικανικών δασμών ούτε αφαίρεσε πλήρως από τον Πρόεδρο τη δυνατότητα να λαμβάνει εμπορικά μέτρα. Έκρινε, όμως, ότι η κυβέρνηση δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει τον συγκεκριμένο νόμο για να επιβάλει δασμούς απεριόριστου ύψους, διάρκειας και γεωγραφικής έκτασης.
Το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι η εξουσία επιβολής φόρων και δασμών ανήκει πρωτίστως στο Κογκρέσο και ότι μια τόσο ευρεία μεταβίβασή της προς την εκτελεστική εξουσία θα έπρεπε να προβλέπεται με σαφήνεια από τη νομοθεσία. Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ
Πού καταλήγουν τα 100 δισ. δολάρια
Οι επιστροφές δεν κατευθύνονται απευθείας στους Αμερικανούς καταναλωτές, αλλά στις επιχειρήσεις που εμφανίζονταν επίσημα ως εισαγωγείς και είχαν καταβάλει τις σχετικές επιβαρύνσεις στις τελωνειακές αρχές.
Μεγάλοι όμιλοι που εισάγουν αυτοκίνητα, μηχανήματα, καταναλωτικά αγαθά, πρώτες ύλες και ηλεκτρονικό εξοπλισμό βρίσκονται μεταξύ των βασικών δικαιούχων. Ενδεικτικά, η Τζένεραλ Μότορς ανέμενε επιστροφή περίπου 500 εκατ. δολαρίων, γεγονός που συνέβαλε στη βελτίωση των οικονομικών της προβλέψεων για το 2026.
Η εικόνα είναι πιο σύνθετη για τις μικρές επιχειρήσεις. Όσες δεν καταγράφονταν ως επίσημοι εισαγωγείς ή αγόραζαν προϊόντα μέσω τρίτων ενδέχεται να δυσκολευτούν να διεκδικήσουν μέρος των χρημάτων, ακόμη και αν είχαν επιβαρυνθεί έμμεσα από τους δασμούς.
Αντίστοιχα, οι καταναλωτές που πλήρωσαν υψηλότερες τιμές δεν διαθέτουν έναν αυτόματο μηχανισμό αποζημίωσης. Εάν μια επιχείρηση είχε μετακυλίσει το κόστος των δασμών στις τελικές τιμές, η μεταγενέστερη επιστροφή των χρημάτων από το κράτος δεν σημαίνει υποχρεωτικά ότι η διαφορά θα επιστραφεί στον πελάτη.
Βαρύ κόστος για τον αμερικανικό προϋπολογισμό
Οι επιστροφές δημιουργούν σημαντική πίεση στα δημόσια οικονομικά των ΗΠΑ. Τα έσοδα από τους δασμούς είχαν παρουσιαστεί από την κυβέρνηση Τραμπ ως μέσο για τη χρηματοδότηση του κράτους, τη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος και την ενίσχυση της διαπραγματευτικής θέσης της χώρας.
Η ακύρωση, όμως, μεγάλου μέρους αυτών των εσόδων ανέτρεψε τους σχετικούς υπολογισμούς. Μόνο τον Ιούνιο, οι επιστροφές δασμών έφθασαν τα 49,2 δισ. δολάρια, ξεπερνώντας τις νέες εισπράξεις από τελωνειακούς δασμούς και συμβάλλοντας στη διαμόρφωση μηνιαίου δημοσιονομικού ελλείμματος 120 δισ. δολαρίων. Reuters
Κατά τους πρώτους εννέα μήνες του αμερικανικού δημοσιονομικού έτους, το συνολικό έλλειμμα διαμορφώθηκε περίπου στα 1,37 τρισ. δολάρια, παρουσιάζοντας αύξηση 2% σε ετήσια βάση.
Η εξέλιξη αναδεικνύει τον δημοσιονομικό κίνδυνο που συνεπάγεται η αξιοποίηση δασμών ως σταθερής πηγής κρατικών εσόδων, όταν η νομική βάση τους παραμένει αμφισβητούμενη. Η κυβέρνηση καλείται πλέον να επιστρέψει κεφάλαια τα οποία είχαν ήδη ενσωματωθεί στις δημοσιονομικές της προβλέψεις.
Νέος γύρος δασμών από διαφορετική νομική οδό
Η δικαστική ήττα δεν οδήγησε σε εγκατάλειψη της δασμολογικής πολιτικής. Η κυβέρνηση Τραμπ επιχείρησε να επαναφέρει εισαγωγικές επιβαρύνσεις, αυτή τη φορά χρησιμοποιώντας διαφορετικές νομοθετικές εξουσίες.
Ο νέος γύρος καλύπτει δεκάδες οικονομίες και προβλέπει δασμούς που κυμαίνονται κυρίως μεταξύ 10% και 12,5%, αντικαθιστώντας τον οριζόντιο δασμό 10% που επρόκειτο να λήξει. Μεταξύ των χωρών και εμπορικών εταίρων που επηρεάζονται βρίσκονται το Ηνωμένο Βασίλειο, ο Καναδάς, το Μεξικό, η Αυστραλία, η Ινδία, η Κίνα και τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Αυτή τη φορά, η κυβέρνηση επικαλέστηκε το άρθρο 301 του Νόμου περί Εμπορίου του 1974, το οποίο επιτρέπει εμπορικές παρεμβάσεις ως απάντηση σε αθέμιτες πρακτικές άλλων χωρών. Ως αιτιολογία χρησιμοποιήθηκαν, μεταξύ άλλων, ζητήματα που αφορούν την καταναγκαστική εργασία.
Νέα προσφυγή από 25 πολιτείες
Η νέα νομική βάση δεν έβαλε τέλος στη δικαστική σύγκρουση. Συνασπισμός 25 αμερικανικών πολιτειών προσέφυγε κατά της κυβέρνησης Τραμπ, υποστηρίζοντας ότι οι αναφορές σε καταναγκαστική εργασία αποτελούν πρόσχημα για την επαναφορά δασμών που είχαν ήδη ακυρωθεί.
Οι πολιτείες ζητούν από το Διεθνές Δικαστήριο Εμπορίου να αναστείλει την εφαρμογή των μέτρων, να τα κηρύξει παράνομα και να διατάξει την επιστροφή των ποσών που έχουν ήδη εισπραχθεί.
Η νέα διαμάχη δημιουργεί ακόμη έναν κύκλο αβεβαιότητας για τις επιχειρήσεις. Οι εισαγωγείς καλούνται να καταβάλλουν δασμούς χωρίς να γνωρίζουν εάν αυτοί θα παραμείνουν σε ισχύ, ενώ η πιθανότητα νέων επιστροφών περιπλέκει τον προγραμματισμό, τη διαμόρφωση τιμών και τη διαχείριση των ταμειακών ροών.
Οι συνέπειες για επιχειρήσεις και καταναλωτές
Οι δασμοί αυξάνουν άμεσα το κόστος εισαγωγής, αλλά οι επιπτώσεις τους εξαπλώνονται σε ολόκληρη την οικονομία. Μια επιχείρηση μπορεί να απορροφήσει μέρος της επιβάρυνσης, περιορίζοντας το περιθώριο κέρδους της, να τη μετακυλίσει στις τιμές ή να αναζητήσει διαφορετικούς προμηθευτές.
Ακόμη και όταν οι δασμοί επιστρέφονται, η οικονομική ζημιά δεν αναιρείται πλήρως. Οι επιχειρήσεις μπορεί να έχουν ήδη αυξήσει τις τιμές, αναβάλει επενδύσεις, περιορίσει παραγγελίες ή αλλάξει την εφοδιαστική τους αλυσίδα. Παράλληλα, είχαν στερηθεί σημαντική ρευστότητα για μήνες μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας επιστροφής.
Η υπόθεση δείχνει ότι η αβεβαιότητα γύρω από την εμπορική πολιτική μπορεί να αποδειχθεί σχεδόν εξίσου επιβαρυντική με τον ίδιο τον δασμό.
MoneyMatters Insight
Η επιστροφή 100 δισ. δολαρίων δεν αποτελεί μόνο μια μεγάλη δημοσιονομική ανατροπή για την Ουάσιγκτον. Αποκαλύπτει τα όρια της άσκησης εμπορικής πολιτικής μέσω έκτακτων προεδρικών εξουσιών και μετατρέπει τους δασμούς από εργαλείο προστασίας της αμερικανικής παραγωγής σε πηγή παρατεταμένης νομικής και επιχειρηματικής αβεβαιότητας.
Οι επιχειρήσεις ανακτούν μέρος των χρημάτων που κατέβαλαν, όχι όμως κατ’ ανάγκη το κόστος που προκάλεσαν οι δασμοί στις τιμές, στις επενδύσεις και στις εφοδιαστικές αλυσίδες. Την ίδια στιγμή, οι καταναλωτές που πλήρωσαν ακριβότερα προϊόντα δεν είναι βέβαιο ότι θα ωφεληθούν από τις επιστροφές. Με τον νέο γύρο δασμών να βρίσκεται ήδη ενώπιον της Δικαιοσύνης, η εμπορική στρατηγική Τραμπ εισέρχεται σε ακόμη μία περίοδο δικαστικών συγκρούσεων, με συνέπειες που ξεπερνούν κατά πολύ τα αμερικανικά σύνορα.
The post ΗΠΑ: Επιστροφές-μαμούθ 100 δισ. δολαρίων για τους παράνομους δασμούς Τραμπ appeared first on moneymatters.cy.