- Ο πληθωρισμός και ο αυξημένος κρατικός δανεισμός μειώνουν την προστατευτική λειτουργία των ομολόγων σε χαρτοφυλάκια.
- Η αύξηση των αποδόσεων των ομολόγων συνοδεύεται από πτώση τιμών, που συχνά συμπίπτει με πτώση μετοχών.
- Η πραγματική απόδοση των ομολόγων περιορίζεται από τον πληθωρισμό, καθιστώντας τον χρυσό ελκυστικό ως ασφαλές καταφύγιο.
- Διαχειριστές κεφαλαίων μειώνουν την έκθεση σε ομόλογα και αυξάνουν επενδύσεις σε χρυσό και εμπορεύματα.
- Η διαφοροποίηση χαρτοφυλακίων προσαρμόζεται για να αντιμετωπίσει πληθωρισμό, υποτίμηση νομισμάτων και αύξηση δημόσιου χρέους.
Η παραδοσιακή συνταγή που ήθελε τα ομόλογα να προστατεύουν ένα χαρτοφυλάκιο όταν υποχωρούν οι μετοχές δοκιμάζεται ξανά. Ο επίμονος πληθωρισμός, ο αυξημένος κρατικός δανεισμός και οι υψηλές μακροπρόθεσμες αποδόσεις ωθούν επενδυτές και διαχειριστές κεφαλαίων να αναζητούν μεγαλύτερη προστασία στον χρυσό και σε άλλα πραγματικά περιουσιακά στοιχεία.
Η αλλαγή δεν σημαίνει ότι τα ομόλογα εγκαταλείπονται. Δείχνει, όμως, ότι ο ρόλος τους ως αυτόματου σταθεροποιητή δεν θεωρείται πλέον δεδομένος. Όταν ο πληθωρισμός παραμένει υψηλός και οι κυβερνήσεις εκδίδουν περισσότερο χρέος, οι τιμές των ομολόγων μπορεί να πιέζονται την ίδια στιγμή με τις μετοχές.
Η ασφάλεια των ομολόγων έχει όρους
Η απόδοση του αμερικανικού 10ετούς ομολόγου αυξήθηκε από περίπου 1,5% στα τέλη του 2021 σε σχεδόν 5% το φθινόπωρο του 2023. Έκτοτε παρέμεινε σε υψηλά επίπεδα, παρά τις μεταβολές στη νομισματική πολιτική και τις γεωπολιτικές εντάσεις που συνήθως ενισχύουν τη ζήτηση για κρατικούς τίτλους.
Σύμφωνα με στοιχεία της Morningstar που επικαλείται το Reuters, τα κεφάλαια σε προϊόντα σταθερού εισοδήματος ανέρχονταν σε $7,9 τρισ. στα τέλη Μαΐου. Ωστόσο, το μερίδιό τους στα χαρτοφυλάκια είχε υποχωρήσει στο 20,3%, από 25,7% το 2016, στο χαμηλότερο επίπεδο τέλους μήνα από τον Μάιο του 2008.
Το κρίσιμο πρόβλημα είναι η συσχέτιση. Αν οι αποδόσεις αυξάνονται λόγω πληθωρισμού ή δημοσιονομικού κινδύνου, οι τιμές των ομολόγων πέφτουν. Αν, ταυτόχρονα, η άνοδος του κόστους χρήματος πιέζει τις αποτιμήσεις των μετοχών, οι δύο βασικοί πυλώνες ενός ισορροπημένου χαρτοφυλακίου μπορεί να κινηθούν προς την ίδια κατεύθυνση.
Η πραγματική απόδοση αλλάζει την εικόνα
Μία ονομαστική απόδοση λίγο πάνω από 4,6% στο αμερικανικό 10ετές φαίνεται ελκυστική. Αν, όμως, ο πληθωρισμός βρίσκεται στο 3,5%, η πραγματική απόδοση περιορίζεται περίπου στο 1,1%.
Αυτό εξηγεί γιατί οι υψηλές ονομαστικές αποδόσεις δεν αποτελούν πάντοτε αρνητικό παράγοντα για τον χρυσό. Το πολύτιμο μέταλλο δεν προσφέρει τόκο, αλλά λειτουργεί ως περιουσιακό στοιχείο χωρίς πιστωτικό κίνδυνο και χωρίς εξάρτηση από την ικανότητα μιας κυβέρνησης να εξυπηρετήσει το χρέος της.
Όσο ο πληθωρισμός διαβρώνει την πραγματική απόδοση και η προσφορά νέων ομολόγων αυξάνεται ταχύτερα από τη ζήτηση, τόσο ενισχύεται το επιχείρημα υπέρ του χρυσού.
Πώς αλλάζουν τα χαρτοφυλάκια
Η Osaic έχει περιορίσει την έκθεση στα προϊόντα σταθερού εισοδήματος από το παραδοσιακό 40% στο 31%, ενώ κατευθύνει περίπου 6% σε εμπορεύματα. Άλλοι διαχειριστές στρέφονται σε ένα ευρύτερο «καλάθι διατήρησης» που περιλαμβάνει χρυσό, ακίνητα, υποδομές και εμπορεύματα.
Η τάση καταγράφεται και στα αποθεματικά των κεντρικών τραπεζών. Οι καθαρές αγορές χρυσού έφτασαν τους 863 τόνους το 2025. Παρότι ήταν μειωμένες κατά 21% σε ετήσια βάση, παρέμειναν πολύ υψηλότερα από τον μέσο όρο των 473 τόνων την περίοδο 2010–2021.
Δεν είναι αντικατάσταση, αλλά επανατιμολόγηση του κινδύνου
Τα ομόλογα εξακολουθούν να προσφέρουν εισόδημα, ρευστότητα και σημαντικό ρόλο στη διαχείριση υποχρεώσεων. Ο χρυσός, από την άλλη, μπορεί να παρουσιάσει έντονη μεταβλητότητα και δεν παράγει ταμειακές ροές.
Η στρατηγική μεταβολή βρίσκεται στην παραδοχή ότι η προστασία ενός χαρτοφυλακίου δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στη σχέση μετοχών και ομολόγων. Σε έναν κόσμο όπου η δημοσιονομική πολιτική επηρεάζει τις αγορές όσο και οι κεντρικές τράπεζες, η διαφοροποίηση μετακινείται προς περιουσιακά στοιχεία που αντιδρούν διαφορετικά στον πληθωρισμό, στην υποτίμηση των νομισμάτων και στην αύξηση του δημόσιου χρέους.
Πηγή δεδομένων και δηλώσεων: Reuters.