
- Από το Τέρνμπερι στη νέα εμπορική ένταση
- Οι νέοι δασμοί δοκιμάζουν τα όρια της συμφωνίας
- Η Google ανοίγει ένα δεύτερο και ακόμη μεγαλύτερο μέτωπο
- Και τα φάρμακα γίνονται εμπορικό όπλο
- Γιατί η Ευρώπη «δεν τσιμπάει»
- Η Google άνοιξε νέο μέτωπο
- Από την εμπορική εκεχειρία ξανά στην ένταση
- Οι Βρυξέλλες έχουν πλέον και «κουμπί εξόδου»
- Το δεύτερο μέτωπο είναι τα φάρμακα
- Γιατί η Ευρώπη επιλέγει να «μην τσιμπήσει»
- Το πραγματικό διακύβευμα ξεπερνά τους δασμούς
- MoneyMatters Insight
Η εμπορική ένταση μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ευρωπαϊκής Ένωσης επιστρέφει στο προσκήνιο, όμως αυτή τη φορά οι Βρυξέλλες φαίνεται να έχουν επιλέξει μια διαφορετική στρατηγική απέναντι στον Ντόναλντ Τραμπ: λιγότερη δημόσια αντιπαράθεση, περισσότερος χρόνος και μεταφορά της σύγκρουσης στο τεχνικό και νομικό πεδίο.
Η Ουάσινγκτον έχει ανοίξει ταυτόχρονα αρκετά μέτωπα απέναντι στην Ευρώπη. Στο επίκεντρο βρίσκονται οι νέοι αμερικανικοί δασμοί, η ευρωπαϊκή ρύθμιση των μεγάλων τεχνολογικών εταιρειών και η τιμολογιακή πολιτική για τα φάρμακα.
Η διαφορά σε σχέση με το 2025 είναι ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν δείχνει διατεθειμένη να απαντά σε κάθε νέα απειλή του Λευκού Οίκου με μια αντίστοιχη δημόσια προειδοποίηση.
Και αυτή η αλλαγή τακτικής έχει οικονομική σημασία, καθώς αφορά μια εμπορική σχέση τεράστιου μεγέθους: το διμερές εμπόριο αγαθών ΕΕ–ΗΠΑ έφθασε τα €910,6 δισ. το 2025, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Από το Τέρνμπερι στη νέα εμπορική ένταση
Το καλοκαίρι του 2025, ύστερα από μήνες απειλών και διαπραγματεύσεων, η Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και ο Ντόναλντ Τραμπ κατέληξαν στο Τέρνμπερι της Σκωτίας σε μια συμφωνία που επιχειρούσε να βάλει φρένο στην κλιμάκωση ενός διατλαντικού εμπορικού πολέμου.
Ο βασικός πυρήνας του πλαισίου ήταν ένα ανώτατο όριο δασμών 15% για τα περισσότερα ευρωπαϊκά προϊόντα που εισέρχονται στις ΗΠΑ, ενώ η ΕΕ ανέλαβε να καταργήσει τους δασμούς στα αμερικανικά βιομηχανικά προϊόντα και να διευρύνει την πρόσβαση συγκεκριμένων αμερικανικών αγροτικών προϊόντων.
Η ευρωπαϊκή πλευρά ολοκλήρωσε την εφαρμογή των σχετικών μειώσεων από την 1η Ιουλίου 2026. Παράλληλα, όμως, ενσωμάτωσε δικλείδες ασφαλείας που της επιτρέπουν να αναστείλει τις εμπορικές παραχωρήσεις εάν η Ουάσινγκτον δεν τηρήσει τις δεσμεύσεις της. Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Αυτές οι δικλείδες αποκτούν τώρα ιδιαίτερη σημασία.
Οι νέοι δασμοί δοκιμάζουν τα όρια της συμφωνίας
Στα τέλη Ιουλίου, η κυβέρνηση Τραμπ επέβαλε νέους δασμούς σε μεγάλο αριθμό εμπορικών εταίρων, συμπεριλαμβανομένης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χρησιμοποιώντας αυτή τη φορά ως νομική βάση το Άρθρο 301 της αμερικανικής εμπορικής νομοθεσίας.
Το ζήτημα για την Ευρώπη δεν είναι απλώς εάν ένας συγκεκριμένος νέος συντελεστής βρίσκεται κάτω από το 15%.
Το πραγματικό ερώτημα είναι εάν οι νέες επιβαρύνσεις λειτουργούν σωρευτικά πάνω στους υφιστάμενους δασμούς, κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει ευρωπαϊκά προϊόντα πάνω από το όριο που συμφωνήθηκε στο Τέρνμπερι.
Ανάλυση του ευρωπαϊκού οικονομικού ινστιτούτου Bruegel επισημαίνει ακριβώς αυτό τον κίνδυνο: η πρόσθετη επιβάρυνση μπορεί να οδηγήσει τους συνολικούς δασμούς πάνω από το συμφωνημένο 15% για αρκετές κατηγορίες ευρωπαϊκών προϊόντων. Bruegel
Η Google ανοίγει ένα δεύτερο και ακόμη μεγαλύτερο μέτωπο
Η μεγαλύτερη ίσως απειλή για τη διατλαντική εμπορική εκεχειρία προέρχεται από έναν εντελώς διαφορετικό χώρο: την τεχνολογία.
Η επιβολή προστίμου περίπου $1 δισ. στην Google από τις ευρωπαϊκές αρχές προκάλεσε οργισμένη αντίδραση του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος απείλησε με εμπορικά αντίποινα κατά της ΕΕ.
Η σύγκρουση εδώ είναι πολύ βαθύτερη από ένα μεμονωμένο πρόστιμο.
Οι ΗΠΑ θεωρούν ότι η ευρωπαϊκή ρύθμιση των μεγάλων ψηφιακών πλατφορμών επιβαρύνει δυσανάλογα αμερικανικές επιχειρήσεις. Οι Βρυξέλλες, από την άλλη, αντιμετωπίζουν το συγκεκριμένο πλαίσιο ως ζήτημα κυριαρχίας και δικαιώματος της ΕΕ να ρυθμίζει την ενιαία αγορά της.
Μια αμερικανική έρευνα βάσει του Άρθρου 301 θα μπορούσε να δημιουργήσει τη νομική βάση για πρόσθετους δασμούς σε ευρωπαϊκά προϊόντα, μετατρέποντας μια διαφωνία για την Google σε πολύ μεγαλύτερη εμπορική σύγκρουση.
Και τα φάρμακα γίνονται εμπορικό όπλο
Το τρίτο μέτωπο αφορά τη φαρμακευτική αγορά.
Στις 18 Ιουνίου, ο Εμπορικός Εκπρόσωπος των ΗΠΑ Τζέιμισον Γκριρ ξεκίνησε επίσημη έρευνα βάσει του Άρθρου 301 για τις πολιτικές τιμολόγησης και αποζημίωσης φαρμάκων στη Γερμανία.
Η αμερικανική πλευρά εξετάζει κατά πόσο οι γερμανικοί μηχανισμοί οδηγούν σε υπερβολικά χαμηλές τιμές για καινοτόμα φάρμακα, μεταφέροντας ουσιαστικά μεγαλύτερο μέρος του κόστους χρηματοδότησης της φαρμακευτικής έρευνας στους Αμερικανούς καταναλωτές.
Η έρευνα είναι πραγματική και βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη. Γραφείο Εμπορικού Εκπροσώπου των ΗΠΑ
Το ακόμη σημαντικότερο είναι ότι η Γερμανία μπορεί να αποτελέσει προηγούμενο. Αν η Ουάσινγκτον εφαρμόσει την ίδια προσέγγιση σε άλλες μεγάλες ευρωπαϊκές αγορές, χώρες όπως η Γαλλία και η Ιταλία θα μπορούσαν να βρεθούν αντιμέτωπες με αντίστοιχη πίεση.
Γιατί η Ευρώπη «δεν τσιμπάει»
Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της νέας ευρωπαϊκής στρατηγικής.
Το 2025, κάθε νέα δασμολογική απειλή δημιουργούσε έναν κύκλο δηλώσεων, προειδοποιήσεων για αντίμετρα και
Τραμπ–ΕΕ: Νέα απειλή εμπορικού πολέμου – Γιατί αυτή τη φορά οι Βρυξέλλες δεν «τσιμπάνε»
Μια νέα περίοδος έντασης διαμορφώνεται στις εμπορικές σχέσεις μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς ο Ντόναλντ Τραμπ επαναφέρει την απειλή πρόσθετων δασμών, αυτή τη φορά με επίκεντρο τους ευρωπαϊκούς κανόνες για τις μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες και την τιμολόγηση των φαρμάκων.
Η μεγάλη διαφορά σε σχέση με το 2025 βρίσκεται, ωστόσο, στην αντίδραση της Ευρώπης. Οι Βρυξέλλες αποφεύγουν μέχρι στιγμής την ανοιχτή πολιτική σύγκρουση και επιχειρούν να μεταφέρουν τη διαμάχη σε ένα πεδίο όπου θεωρούν ότι διαθέτουν πλεονέκτημα: στις αργές τεχνικές, εμπορικές και νομικές διαδικασίες.
Πρόκειται ουσιαστικά για μια αλλαγή τακτικής απέναντι σε έναν Αμερικανό Πρόεδρο που έχει χρησιμοποιήσει επανειλημμένα την απειλή δασμών ως διαπραγματευτικό εργαλείο.
Η Google άνοιξε νέο μέτωπο
Η τελευταία εστία έντασης δημιουργήθηκε μετά την επιβολή προστίμου περίπου 1 δισ. δολαρίων στην Google από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για παραβίαση των ευρωπαϊκών κανόνων ανταγωνισμού.
Ο Τραμπ απάντησε απειλώντας με εμπορική έρευνα σε βάρος της ΕΕ, υποστηρίζοντας ότι οι ευρωπαϊκές αρχές αντιμετωπίζουν άδικα τις αμερικανικές τεχνολογικές επιχειρήσεις.
Μια τέτοια έρευνα μπορεί να πραγματοποιηθεί βάσει του Άρθρου 301 της αμερικανικής εμπορικής νομοθεσίας, ενός ιδιαίτερα ισχυρού μηχανισμού που επιτρέπει στην Ουάσινγκτον να διερευνά πρακτικές άλλων χωρών τις οποίες θεωρεί άδικες ή επιβαρυντικές για το αμερικανικό εμπόριο και, ενδεχομένως, να απαντά με δασμούς.
Σύμφωνα με το Associated Press, η αμερικανική πλευρά έχει συνδέσει πλέον ευθέως την επιβολή των ευρωπαϊκών κανόνων στις μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες με ενδεχόμενα εμπορικά αντίποινα.
Και κάπου εδώ η σύγκρουση αποκτά πολύ μεγαλύτερη οικονομική σημασία. Το ζήτημα δεν είναι πλέον μόνο ένα πρόστιμο προς μία εταιρεία, αλλά κατά πόσο η Ουάσινγκτον μπορεί να χρησιμοποιεί τους δασμούς για να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο η ΕΕ ρυθμίζει την ψηφιακή της αγορά.
Από την εμπορική εκεχειρία ξανά στην ένταση
Μόλις έναν χρόνο νωρίτερα, τον Ιούλιο του 2025, Ντόναλντ Τραμπ και Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν είχαν καταλήξει στο Τέρνμπερι της Σκωτίας σε συμφωνία που απέτρεψε μια πολύ μεγαλύτερη εμπορική σύγκρουση.
Το πλαίσιο προέβλεψε, μεταξύ άλλων, ανώτατο επίπεδο 15% για την αμερικανική δασμολογική επιβάρυνση στην πλειονότητα των ευρωπαϊκών προϊόντων, ενώ η ΕΕ δεσμεύθηκε να ανοίξει περισσότερο την αγορά της σε αμερικανικά προϊόντα.
Η συμφωνία τέθηκε επισήμως σε εφαρμογή την 1η Ιουλίου 2026 και η Ευρωπαϊκή Ένωση μηδένισε τους δασμούς στα αμερικανικά βιομηχανικά προϊόντα, ενώ έδωσε ευνοϊκότερη πρόσβαση σε επιλεγμένα αγροτικά και διατροφικά προϊόντα. Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Η νέα ένταση, επομένως, εμφανίζεται μόλις λίγες εβδομάδες μετά την πλήρη ενεργοποίηση του πλαισίου.
Οι Βρυξέλλες έχουν πλέον και «κουμπί εξόδου»
Υπάρχει όμως μια κρίσιμη διαφορά σε σχέση με πέρυσι.
Κατά την εφαρμογή της συμφωνίας, η Ευρώπη φρόντισε να ενσωματώσει δικλείδες ασφαλείας. Μεταξύ αυτών βρίσκεται μηχανισμός που επιτρέπει στην Κομισιόν να αναστείλει τις δασμολογικές παραχωρήσεις που έχει προσφέρει στις ΗΠΑ εάν η Ουάσινγκτον δεν τηρήσει τις δεσμεύσεις της.
Υπάρχουν επίσης ειδικές πρόνοιες για τους δασμούς στον χάλυβα και το αλουμίνιο, καθώς και ρήτρα λήξης της συμφωνίας. Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Αυτό ενισχύει τη διαπραγματευτική θέση των Βρυξελλών. Η Ευρώπη δεν χρειάζεται απαραίτητα να απαντήσει σε κάθε νέα απειλή με μια εξίσου ηχηρή απειλή αντιποίνων. Μπορεί να περιμένει να δει εάν οι δηλώσεις της Ουάσινγκτον θα μετατραπούν πράγματι σε μέτρα που παραβιάζουν το εμπορικό πλαίσιο.
Το δεύτερο μέτωπο είναι τα φάρμακα
Και η τεχνολογία δεν αποτελεί τη μοναδική πηγή έντασης.
Στις 18 Ιουνίου, ο Εμπορικός Εκπρόσωπος των ΗΠΑ, Τζέιμισον Γκριρ, άνοιξε επίσημη έρευνα βάσει του Άρθρου 301 για τον τρόπο τιμολόγησης και αποζημίωσης καινοτόμων φαρμάκων στη Γερμανία.
Η Ουάσινγκτον εξετάζει εάν οι γερμανικές πολιτικές οδηγούν σε υπερβολικά χαμηλές τιμές για καινοτόμα φάρμακα, μεταφέροντας –κατά την αμερικανική επιχειρηματολογία– δυσανάλογο μέρος του κόστους έρευνας και ανάπτυξης στους Αμερικανούς καταναλωτές. Η διαδικασία έχει επιβεβαιωθεί επίσημα από το Γραφείο του Εμπορικού Εκπροσώπου των ΗΠΑ.
Το Βερολίνο, όμως, δεν δείχνει πρόθυμο να προχωρήσει βιαστικά σε παραχωρήσεις.
Και αυτό έχει σημασία, διότι μια υπόθεση που ξεκίνησε από τη Γερμανία θα μπορούσε να εξελιχθεί σε ευρύτερη διατλαντική σύγκρουση για την ευρωπαϊκή φαρμακευτική πολιτική, εάν παρόμοιες έρευνες επεκταθούν σε χώρες όπως η Γαλλία ή η Ιταλία.
Γιατί η Ευρώπη επιλέγει να «μην τσιμπήσει»
Η στρατηγική των Βρυξελλών στηρίζεται σε μια αρκετά απλή λογική.
Οι δημόσιες απειλές και οι σύντομες προθεσμίες δημιουργούν πίεση για γρήγορες πολιτικές παραχωρήσεις. Αντίθετα, μια εμπορική έρευνα απαιτεί διαδικασίες, διαβουλεύσεις, στοιχεία, ακροάσεις και τελικά πολιτικές αποφάσεις.
Ο χρόνος, επομένως, μετατρέπεται σε διαπραγματευτικό όπλο.
Αντί η ΕΕ να απαντά καθημερινά στις δηλώσεις του Τραμπ, επιδιώκει να διατηρήσει τον διάλογο σε τεχνικό επίπεδο, περιορίζοντας όσο μπορεί την πολιτική κλιμάκωση.
Υπάρχει όμως και ένας δεύτερος λόγος: οι δύο οικονομίες είναι εξαιρετικά στενά συνδεδεμένες.
Το εμπόριο αγαθών μεταξύ ΕΕ και ΗΠΑ έφθασε τα €910,6 δισ. το 2025, ενώ οι αμοιβαίες επενδύσεις ανέρχονται περίπου στα €4,8 τρισ.. Ένας νέος γενικευμένος εμπορικός πόλεμος θα είχε επομένως πολύ μεγαλύτερες συνέπειες από μια πολιτική αντιπαράθεση μεταξύ Ουάσινγκτον και Βρυξελλών.
Το πραγματικό διακύβευμα ξεπερνά τους δασμούς
Η νέα αντιπαράθεση κρύβει τελικά ένα πολύ μεγαλύτερο ερώτημα: πού τελειώνει η εμπορική πολιτική και πού αρχίζει η κανονιστική κυριαρχία της Ευρώπης;
Για την Ουάσινγκτον, πρόστιμα και ευρωπαϊκές ρυθμίσεις που επηρεάζουν αμερικανικούς τεχνολογικούς κολοσσούς μπορούν να θεωρηθούν εμπορικά εμπόδια.
Για τις Βρυξέλλες, αντίθετα, οι κανόνες ανταγωνισμού, η ψηφιακή νομοθεσία και η φαρμακευτική πολιτική αποτελούν εσωτερικές ρυθμιστικές αρμοδιότητες.
Ακριβώς γι’ αυτό η συγκεκριμένη σύγκρουση θα είναι πολύ δυσκολότερο να λυθεί απλώς με μία συμφωνία για το ύψος κάποιου δασμού.
MoneyMatters Insight
Η νέα στάση της Ευρώπης δείχνει ότι οι Βρυξέλλες έχουν μάθει κάτι από τον πρώτο γύρο της εμπορικής αντιπαράθεσης με τον Τραμπ. Αντί να παίζουν στο πεδίο των καθημερινών απειλών και των δημοσίων τελεσιγράφων, επιχειρούν να μεταφέρουν τη μάχη στους κανόνες, στις διαδικασίες και στον χρόνο. Είναι μια στρατηγική που μπορεί να περιορίσει τη δυνατότητα της Ουάσινγκτον να αποσπά γρήγορες παραχωρήσεις. Έχει όμως ένα μεγάλο ρίσκο: η επιτυχία της εξαρτάται τελικά από το κατά πόσο ο ίδιος ο Τραμπ θα επιλέξει να παραμείνει εντός των ορίων της συμφωνίας του Τέρνμπερι ή θα ανοίξει έναν νέο, πολύ μεγαλύτερο εμπορικό κύκλο αντιπαράθεσης.
The post Τραμπ–ΕΕ: Οι νέες απειλές για δασμούς και η στρατηγική των Βρυξελλών που αλλάζει το παιχνίδι appeared first on moneymatters.cy.