Τα βασικά σημεία
- Η χρηματοδότηση των €95 εκατ. είναι ουσιαστική για τον εκσυγχρονισμό κρίσιμων υποδομών και συστημάτων ελέγχου του δικτύου.
- Οι επενδύσεις δεν αρκούν από μόνες τους για να λύσουν τις περικοπές ΑΠΕ, την επάρκεια ηλεκτροπαραγωγής ή το υψηλό κόστος ηλεκτρισμού.
- Το πραγματικό μέτρο επιτυχίας θα είναι η ποσοτικά αποδεδειγμένη βελτίωση της ανθεκτικότητας, της χωρητικότητας και της αξιοπιστίας του συστήματος.
Η βασική εκτίμηση είναι ότι η χρηματοδότηση των €95 εκατ. για αναβαθμίσεις του ηλεκτρικού δικτύου είναι ουσιαστική και αναγκαία, αλλά οι δημόσιες διατυπώσεις κινδυνεύουν να δημιουργήσουν την εντύπωση ότι πρόκειται για πολύ μεγαλύτερη «λύση» από ό,τι πραγματικά είναι.
Η επένδυση, που συγχρηματοδοτείται κατά περίπου 70% από ευρωπαϊκούς πόρους, αφορά αναβαθμίσεις κρίσιμων τμημάτων του ηλεκτρικού δικτύου, με ορίζοντα ολοκλήρωσης τον Δεκέμβριο του 2029. Περιλαμβάνει εκσυγχρονισμό υποσταθμών, νέους μετασχηματιστές, συστήματα προστασίας και τηλεχειρισμού, εγκατάσταση SCADA/ADMS, Εθνικό Κέντρο Ελέγχου Διανομής, οπτικές ίνες και σύγχρονα ψηφιακά συστήματα διαχείρισης.
Όλα αυτά είναι απολύτως απαραίτητα. Το κυπριακό ηλεκτρικό σύστημα δεν μπορεί να υποστηρίξει πολύ μεγαλύτερη διείσδυση φωτοβολταϊκών, αποθήκευσης και ηλεκτροκίνησης με υποδομές και συστήματα ελέγχου προηγούμενων δεκαετιών.
Ιδιαίτερα μετά τις εκτεταμένες διακοπές ρεύματος της περασμένης εβδομάδας, το ψηφιακό και τηλεπικοινωνιακό σκέλος της επένδυσης αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία.
Διακοπές ρεύματος
Η επίσημη εξήγηση για το σοβαρό περιστατικό της Παρασκευής ήταν η παροδική απώλεια τηλεπικοινωνιακών συνδέσεων μεταξύ μεγάλων φωτοβολταϊκών πάρκων και του Κέντρου Ελέγχου Διανομής. Η απώλεια επικοινωνίας σήμαινε ότι το Κέντρο Ελέγχου δεν είχε πλέον επαρκή εικόνα της παραγωγής των πάρκων, με αποτέλεσμα να διαταραχθεί η ισορροπία παραγωγής και ζήτησης και να χρειαστεί απόρριψη φορτίου για να προστατευθεί το σύστημα.
Ανεξάρτητα από τα ερωτήματα που εξακολουθούν να υπάρχουν για τις ακριβείς αιτίες και την πιθανή εμπλοκή του ηλεκτρικού συστήματος των κατεχομένων, η επίσημη εκδοχή από μόνη της αποκαλύπτει ένα σοβαρό πρόβλημα: ένα σύγχρονο ηλεκτρικό σύστημα με εκατοντάδες MW μεταβλητής παραγωγής δεν μπορεί να εξαρτάται από τηλεπικοινωνιακές συνδέσεις χωρίς επαρκή εφεδρεία.
Αν δεν υπάρχει αρκετή διαθέσιμη παραγωγή ή αποθήκευση για να καλύψει τη ζήτηση, το καλύτερο δίκτυο στον κόσμο δεν μπορεί να δημιουργήσει ηλεκτρισμό.
Το πρόβλημα
Το πρόγραμμα προβλέπει εγκατάσταση προηγμένων συστημάτων SCADA/ADMS, τηλεπαρακολούθηση και τηλεχειρισμό υποσταθμών και δημιουργία δικτύου οπτικών ινών, ώστε να μεταφέρονται αξιόπιστα οι τεράστιες ποσότητες δεδομένων που απαιτεί πλέον η λειτουργία ενός σύγχρονου δικτύου.
Το γεγονός αυτό καθιστά την επένδυση πολύ πιο σημαντική από μια απλή αντικατάσταση παλιού ηλεκτρολογικού εξοπλισμού.
Όμως υπάρχει μια κρίσιμη προϋπόθεση. Η εγκατάσταση οπτικών ινών και νέου SCADA δεν αρκεί από μόνη της. Οι τηλεπικοινωνίες που ελέγχουν μεγάλες μονάδες παραγωγής πρέπει να έχουν πραγματική εφεδρεία: ανεξάρτητες διαδρομές, εναλλακτικό μέσο επικοινωνίας, αυτόματη μετάπτωση σε εφεδρικό σύστημα και ασφαλή λειτουργία των φωτοβολταϊκών ακόμη και αν χαθεί προσωρινά η επικοινωνία με το κέντρο ελέγχου.
Αν η κύρια και η εφεδρική σύνδεση χρησιμοποιούν τον ίδιο τηλεπικοινωνιακό κόμβο ή την ίδια φυσική διαδρομή, το πρόβλημα ουσιαστικά παραμένει.
Υπάρχει και ένα βαθύτερο τεχνικό ερώτημα. Η απώλεια τηλεμετρίας δεν θα έπρεπε κατ’ ανάγκην να ισοδυναμεί με απώλεια μεγάλης ποσότητας παραγωγής. Επομένως πρέπει να εξηγηθεί με σαφήνεια γιατί μια τηλεπικοινωνιακή βλάβη εξελίχθηκε σε συστημικό πρόβλημα αρκετά σοβαρό ώστε να απαιτηθούν διακοπές ηλεκτροδότησης.
Το περιστατικό πιθανόν να μην ήταν απλώς «βλάβη στις τηλεπικοινωνίες», αλλά συνδυασμός τηλεπικοινωνιακής αστοχίας, αρχιτεκτονικής ελέγχου, έλλειψης redundancy και τρόπου αντίδρασης του συστήματος στη βλάβη.
Αυτό πρέπει να διερευνηθεί πλήρως πριν θεωρηθεί ότι μία πρόσθετη εφεδρική γραμμή λύνει το πρόβλημα.
Οι νέες επενδύσεις θα βοηθήσουν αλλά δεν επαρκούν
Οι νέες επενδύσεις θα βοηθήσουν επίσης στην αύξηση της χωρητικότητας του δικτύου και στη σύνδεση περισσότερων ΑΠΕ και συστημάτων αποθήκευσης, αλλά όχι όσο υπονοείται. Το ίδιο το κυβερνητικό υλικό, όμως, σωστά αναγνωρίζει ότι οι παρεμβάσεις δεν αρκούν από μόνες τους για την εξάλειψη των περικοπών πράσινης παραγωγής. Απαιτούνται παράλληλα σημαντικές επενδύσεις σε αποθήκευση και άλλες υποδομές.
Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό στην Κύπρο, όπου οι περικοπές ΑΠΕ έχουν ήδη φθάσει σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα.
Οι αναβαθμίσεις μπορούν να αφαιρέσουν τοπικές συμφόρησεις και να επιτρέψουν καλύτερη διαχείριση του δικτύου. Δεν μπορούν, όμως, να επιλύσουν από μόνες τους το βασικό πρόβλημα ενός απομονωμένου ηλεκτρικού συστήματος που παράγει πολύ περισσότερη ηλιακή ενέργεια ορισμένες ώρες από όση μπορεί να απορροφήσει, ενώ διαθέτει ακόμη περιορισμένη αποθήκευση.
Ούτε τα €95 εκατ. αποτελούν λύση για την επάρκεια ηλεκτροπαραγωγής. Ένα καλύτερο δίκτυο μπορεί να μεταφέρει και να διαχειρίζεται καλύτερα την ηλεκτρική ενέργεια, αλλά δεν μπορεί να την παράγει όταν συμβατικές μονάδες τίθενται εκτός λειτουργίας και δεν υπάρχει επαρκής εφεδρεία.
Το ίδιο ισχύει και για τις τιμές. Περίπου €67 εκατ. της επένδυσης θα καλυφθούν από ευρωπαϊκούς πόρους και αυτό αποτελεί πραγματικό όφελος, αφού δεν θα χρειαστεί να ανακτηθούν μέσω των λογαριασμών των καταναλωτών.
Αλλά οι επενδύσεις στο δίκτυο δεν αντιμετωπίζουν άμεσα τις κύριες αιτίες του υψηλού κόστους ηλεκτρισμού στην Κύπρο: καύσιμα, δικαιώματα CO₂, αναποτελεσματική παραγωγή και στρεβλώσεις στη λειτουργία της αγοράς.
Δεν είναι ρεαλιστικό να περιμένουμε ότι αναβαθμίσεις μερικών υποσταθμών, ακόμη και σε συνδυασμό με SCADA και καλύτερο έλεγχο, θα μετατρέψουν τέτοια μεγέθη περικοπών σε μικρό πρόβλημα.
Υπάρχει και ζήτημα χρονοδιαγράμματος. Η ολοκλήρωση προβλέπεται για Δεκέμβριο 2029. Αυτό είναι σχεδόν τριάμισι χρόνια από σήμερα. Τα προβλήματα όμως είναι ήδη οξέα.
Ο πραγματικός game changer θα είναι ο συνδυασμός δικτύου + αποθήκευσης + ευέλικτης παραγωγής + πραγματικής λειτουργίας της αγοράς + αργότερα διασύνδεσης.
Συνεπώς, τα €95 εκατ. πρέπει να αντιμετωπιστούν ως ένα και αναγκαίο μέρος μιας πολύ μεγαλύτερης προσπάθειας εκσυγχρονισμού και όχι ως συνολική λύση.
Ίσως το περιστατικό της περασμένης εβδομάδας προσφέρει το πιο χρήσιμο κριτήριο με το οποίο πρέπει να αξιολογηθεί η επένδυση.
Το κεντρικό ερώτημα που δεν απαντήθηκε είναι ότι για να αξιολογήσουμε αντικειμενικά την επένδυση, χρειάζονται πέντε αριθμοί:
- πόσα MW πρόσθετης ικανότητας μεταφοράς δημιουργούνται,
- πόσα MW επιπλέον ΑΠΕ μπορούν να ενταχθούν χάρη στις επενδύσεις,
- πόσα MW/MWh αποθήκευσης μπορούν πλέον να συνδεθούν σε περιοχές που σήμερα είναι περιορισμένες,
- πόσες GWh περικοπών ΑΠΕ ετησίως εκτιμάται ότι θα αποφεύγονται,
- και ποια είναι η αναμενόμενη μείωση SAIDI/SAIFI, δηλαδή της διάρκειας και συχνότητας διακοπών.
Η ανακοίνωση περιγράφει πολύ καλά τι θα κατασκευαστεί, αλλά όχι ποσοτικά τι θα αλλάξει στο σύστημα. Και αυτό είναι η διαφορά ανάμεσα σε ένα πρόγραμμα έργων και σε ένα μετρήσιμο πρόγραμμα ενεργειακής μετάβασης.
Δεν αρκεί να γνωρίζουμε πόσα χρήματα δαπανήθηκαν ή πόσα συστήματα εγκαταστάθηκαν. Πρέπει να γνωρίζουμε αν, όταν ολοκληρωθούν τα έργα, μια απλή τηλεπικοινωνιακή αστοχία θα μπορεί πλέον να περάσει απαρατήρητη από τον καταναλωτή αντί να οδηγεί σε απώλεια μεγάλων φορτίων και διακοπές ρεύματος.
Αυτό θα είναι το πραγματικό μέτρο επιτυχίας.
The post Αναβαθμίσεις δικτύου: τα €95 εκατ. είναι αναγκαία αλλά δεν αρκούν appeared first on moneymatters.cy.