
Η λέξη apartheid προέρχεται από τη γλώσσα αφρικάανς και σημαίνει διαχωρισμός. Οι ρίζες του ωστόσο, προηγούνται της επίσημης θεσμοθέτησής του. Η ολλανδική και η βρετανική αποικιοκρατία είχαν ήδη εδραιώσει πρακτικές εκτοπισμού και φυλετικής ιεράρχησης. Ο νόμος περί γης του 1913 περιόριζε δραστικά τη δυνατότητα των μαύρων Αφρικανών να αγοράζουν ή να μισθώνουν γη έξω από καθορισμένες περιοχές, οι οποίες αντιστοιχούσαν αρχικά περίπου στο 7% της επικράτειας. Έτσι, πολύ πριν από το 1948, είχαν δημιουργηθεί οι προϋποθέσεις για τη γεωγραφική περιθωριοποίηση και την οικονομική εξάρτηση εκατομμυρίων ανθρώπων.
Η εκλογική νίκη του Εθνικού Κόμματος το 1948 μετέτρεψε αυτές τις διακρίσεις σε συστηματικό κυβερνητικό πρόγραμμα. Με βασικό στήριγμα τον εθνικισμό των Αφρικάνερ, το καθεστώς παρουσίαζε τη συνύπαρξη ως απειλή για την ταυτότητα και την ασφάλεια των λευκών. Ο νόμος καταγραφής πληθυσμού του 1950 επέβαλε την επίσημη φυλετική ταξινόμηση των κατοίκων. Οι κατηγορίες – λευκοί, μαύροι Αφρικανοί, άνθρωποι μικτής καταγωγής και Ινδοί ή άλλοι Ασιάτες – αποτελούσαν διοικητικά εργαλεία που καθόριζαν διαφορετικά δικαιώματα. Η κρατική γραφειοκρατία αποκτούσε έτσι αποφασιστικό λόγο στην προσωπική ζωή και στην κοινωνική θέση κάθε ανθρώπου.
Ο διαχωρισμός αποτυπώθηκε στον χάρτη των πόλεων. Ο νόμος περί ομαδικών περιοχών επέτρεψε την απομάκρυνση κατοίκων από συνοικίες που χαρακτηρίζονταν προορισμένες για άλλη φυλετική ομάδα. Κοινότητες διαλύθηκαν και οικογένειες μεταφέρθηκαν σε απομακρυσμένους οικισμούς, μακριά από θέσεις εργασίας και υπηρεσίες. Παράλληλα, τα υποχρεωτικά βιβλιάρια διέλευσης περιόριζαν την παρουσία και τη μετακίνηση των μαύρων στις αστικές περιοχές. Η πρόσβαση στην εργασία συνοδευόταν από διαρκή αστυνομικό έλεγχο. Ούτε οι προσωπικές σχέσεις έμεναν ανεπηρέαστες. Για παράδειγμα, οι γάμοι μεταξύ λευκών και μη λευκών απαγορεύτηκαν, ενώ ο διαχωρισμός επεκτάθηκε στις συγκοινωνίες και στους δημόσιους χώρους.
Κεντρικό εργαλείο υπήρξαν τα μπαντουστάν, οι λεγόμενες «πατρίδες» για διαφορετικές αφρικανικές εθνοτικές ομάδες. Το καθεστώς τα παρουσίαζε ως έκφραση αυτοδιοίκησης, επιχειρώντας να μετατρέψει τους μαύρους σε πολίτες χωριστών οντοτήτων και να δικαιολογήσει τον αποκλεισμό τους από την πολιτική εξουσία της χώρας. Η ίδια λογική διαπερνούσε την εκπαίδευση. Ο νόμος για την εκπαίδευση των Μπαντού, το 1953, οικοδόμησε ένα υποδεέστερο σχολικό σύστημα, προσανατολισμένο στις ανάγκες μιας οικονομίας που απαιτούσε φθηνό εργατικό δυναμικό. Η φτώχεια αναπαραγόταν θεσμικά. Η περιορισμένη μόρφωση περιόριζε τις επαγγελματικές προοπτικές και διατηρούσε την εξάρτηση.
Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα αναπτύχθηκε ένα πολύμορφο κίνημα αντίστασης. Το Αφρικανικό Εθνικό Κογκρέσο, το Παναφρικανικό Κογκρέσο, συνδικαλιστικές οργανώσεις και τοπικές κοινότητες κινητοποίησαν πολίτες μέσα από διαδηλώσεις και εκστρατείες ανυπακοής. Καθοριστική τομή αποτέλεσε η σφαγή στο Σάρπβιλ, στις 21 Μαρτίου 1960. Κατά τη διάρκεια διαμαρτυρίας εναντίον των βιβλιαρίων διέλευσης, η αστυνομία άνοιξε πυρ, σκοτώνοντας 69 ανθρώπους. Ακολούθησαν κατάσταση έκτακτης ανάγκης, μαζικές συλλήψεις και η απαγόρευση των δύο οργανώσεων. Η συρρίκνωση των περιθωρίων ειρηνικής δράσης συνέβαλε στη στροφή μέρους του κινήματος προς τον ένοπλο αγώνα.
Ο Νέλσον Μαντέλα έγινε το διεθνώς αναγνωρίσιμο πρόσωπο αυτής της αντίστασης. Η πολυετής φυλάκισή του συμβόλισε την καταστολή, αλλά και την αντοχή του κινήματος. Η εξέγερση, ωστόσο, είχε χιλιάδες πρωταγωνιστές. Στις 16 Ιουνίου 1976, μαθητές στο Σοβέτο διαδήλωσαν εναντίον της επιβολής της αφρικάανς ως γλώσσας διδασκαλίας και του εκπαιδευτικού αποκλεισμού. Η βίαιη καταστολή και οι θάνατοι παιδιών προκάλεσαν παγκόσμια αγανάκτηση. Μια νέα γενιά μπήκε στον αγώνα, αποδεικνύοντας ότι η κρατική βία μπορούσε να τρομοκρατεί, αλλά δεν εξασφάλιζε την υποταγή της κοινωνίας.
Η διεθνής πίεση ενισχυόταν παράλληλα με την εσωτερική αντίσταση. Εκστρατείες μποϊκοτάζ, πολιτιστική και αθλητική απομόνωση, καθώς και οικονομικές πιέσεις αύξησαν το κόστος διατήρησης του καθεστώτος. Ο ΟΗΕ αποτέλεσε σημαντικό πεδίο κινητοποίησης, ενώ το 1977 το Συμβούλιο Ασφαλείας επέβαλε υποχρεωτικό εμπάργκο όπλων. Η απομόνωση δεν υπήρξε εξαρχής καθολική ούτε ομοιόμορφη, χρειάστηκαν δεκαετίες για να ενισχυθεί. Ωστόσο, η συνάντηση της διεθνούς αλληλεγγύης με τις κινητοποιήσεις μέσα στη χώρα συνέβαλε στη δημιουργία των συνθηκών για πολιτική διαπραγμάτευση.
Το 1990, επί προεδρίας Φρεντερίκ ντε Κλερκ, νομιμοποιήθηκαν απαγορευμένες οργανώσεις και ο Μαντέλα αποφυλακίστηκε στις 11 Φεβρουαρίου, ύστερα από 27 χρόνια κράτησης. Ακολούθησε μια δύσκολη διαπραγματευτική διαδικασία, μέσα σε κλίμα αιματηρής πολιτικής βίας. Η κατάργηση βασικών ρατσιστικών νόμων άνοιξε τον δρόμο για τις πρώτες εκλογές με καθολικό δικαίωμα ψήφου, τον Απρίλιο του 1994. Στις 10 Μαΐου, ο Μαντέλα ανέλαβε την προεδρία. Η δημοκρατική μετάβαση επισφράγισε την πτώση της λευκής μειοψηφικής κυριαρχίας, αποτέλεσμα συλλογικών αγώνων, θυσιών και δύσκολων συμβιβασμών.
Η νέα δημοκρατία κλήθηκε να αντιμετωπίσει και το τραυματικό παρελθόν. Η Επιτροπή Αλήθειας και Συμφιλίωσης έδωσε δημόσιο βήμα στα θύματα και προέβλεπε δυνατότητα αμνηστίας υπό συγκεκριμένους όρους, όπως η πλήρης αποκάλυψη πράξεων που συνδέονταν με πολιτικό σκοπό. Η διαδικασία ανέδειξε το δύσκολο ερώτημα της σχέσης ανάμεσα στη δικαιοσύνη, την αλήθεια και τη συμφιλίωση. Η πολιτική ισότητα όμως, δεν μπορούσε αυτομάτως να ανατρέψει τη συσσωρευμένη ανισότητα στη γη και στις ευκαιρίες. Η κληρονομιά του απαρτχάιντ φωτίζει ακριβώς αυτή την απόσταση, ανάμεσα στην κατάργηση της καταπίεσης στον νόμο και στην έμπρακτη αποκατάσταση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
The post Απαρτχάιντ: Όταν το χρώμα του δέρματος καθόριζε τη ζωή appeared first on SciNews.eu.