Η επικείμενη εφαρμογή της νέας νομοθεσίας για τα άτομα με αναπηρία ανοίγει μια σημαντική συζήτηση που ξεπερνά τα όρια της κοινωνικής πολιτικής. Οι οριζόντιες αυξήσεις στα επιδόματα, η ένταξη νέων δικαιούχων και η αποσύνδεση σειράς παροχών από τα εισοδηματικά κριτήρια του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος δεν αποτελούν απλώς μια διορθωτική παρέμβαση. Αγγίζουν τον πυρήνα του πώς η κυπριακή οικονομία αντιλαμβάνεται την πρόνοια, την εργασία, τη φροντίδα και την κοινωνική συμμετοχή.
Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν μετά τη συνάντηση εκπροσώπων της Κυπριακής Συνομοσπονδίας Οργανώσεων Αναπήρων, της Ομοσπονδίας Συνδέσμων Ασθενών Κύπρου και του Παρατηρητηρίου Τρίτης Ηλικίας Κύπρου με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Νίκο Χριστοδουλίδη, η Κυβέρνηση αναμένεται το επόμενο διάστημα να γνωστοποιήσει το ακριβές ύψος των αυξήσεων. Η ενημέρωση έγινε μετά τη συνάντηση στο Προεδρικό Μέγαρο, όπως μετέδωσε το ΚΥΠΕ.
Η ουσία της αλλαγής είναι διπλή. Από τη μία, προβλέπονται αυξήσεις για υφιστάμενους δικαιούχους. Από την άλλη, επανέρχονται ή εντάσσονται στο σύστημα κρατικής πρόνοιας ομάδες πολιτών που μέχρι σήμερα έμεναν εκτός, επειδή οι παροχές συνδέονταν με εισοδηματικά κριτήρια. Αυτό σημαίνει ότι η αναπηρία αρχίζει να αντιμετωπίζεται περισσότερο ως αντικειμενική ανάγκη στήριξης και λιγότερο ως ζήτημα φτώχειας με στενά λογιστικά κριτήρια.
Από την πρόνοια ανάγκης στην πρόνοια δικαιώματος
Η μέχρι σήμερα σύνδεση σημαντικού μέρους των παροχών με το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα δημιουργούσε ένα βασικό πρόβλημα. Άτομα με σοβαρές αναπηρίες, χρόνιες παθήσεις ή ανάγκες φροντίδας μπορούσαν να μένουν εκτός στήριξης όχι επειδή δεν είχαν ανάγκη, αλλά επειδή δεν πληρούσαν συγκεκριμένα εισοδηματικά κριτήρια.
Η Πρόεδρος της ΚΥΣΟΑ, Θέμιδα Ανθοπούλου, ανέφερε ότι με τη νέα νομοθεσία σημαντικός αριθμός νέων δικαιούχων θα μπορεί να λαμβάνει παροχές, καθώς αυτές απεγκλωβίζονται από το πλαίσιο του ΕΕΕ. Η αναφορά αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική, διότι αλλάζει τη φιλοσοφία του συστήματος.
Η οικονομική ανάγκη μιας οικογένειας δεν αποτυπώνεται πάντα επαρκώς στο εισόδημά της. Η αναπηρία δημιουργεί πρόσθετα και συχνά μόνιμα κόστη, από φροντίδα, θεραπείες, μετακινήσεις και εξοπλισμό μέχρι απώλεια εισοδήματος από μέλη της οικογένειας που αναλαμβάνουν ρόλο φροντιστή. Όταν αυτά τα κόστη αγνοούνται, το κράτος μπορεί τυπικά να θεωρεί μια οικογένεια μη δικαιούχο, ενώ στην πράξη η οικογένεια να αντιμετωπίζει σοβαρή οικονομική πίεση.
Οι νέοι δικαιούχοι και οι «αόρατες» ανάγκες
Στο νέο πλαίσιο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, περιλαμβάνονται άτομα με σοβαρές αναπηρίες, άτομα με μέτρια νοητική αναπηρία, καθώς και κατηγορίες που μέχρι σήμερα λάμβαναν παροχές μόνο εφόσον πληρούσαν τα εισοδηματικά κριτήρια του ΕΕΕ.
Η κ. Ανθοπούλου αναφέρθηκε ενδεικτικά σε άτομα με νοητική αναπηρία, ψυχική αναπηρία, πολλαπλή σκλήρυνση, αυτισμό, καθώς και σε χρόνιους ασθενείς, αιμοκαθαρόμενους και πολυμεταγγιζόμενους θαλασσαιμικούς. Πρόκειται για κατηγορίες πολιτών των οποίων οι ανάγκες δεν είναι πάντα ορατές στην καθημερινή δημόσια συζήτηση, αλλά έχουν πολύ πραγματικό οικονομικό βάρος.
Αυτό είναι ίσως το πιο κρίσιμο σημείο της μεταρρύθμισης. Δεν αφορά μόνο το αν ένα επίδομα θα αυξηθεί κατά ένα ποσό που θα ανακοινωθεί τις επόμενες ημέρες. Αφορά το ποιος αναγνωρίζεται από το κράτος ως πολίτης με πραγματικές ανάγκες στήριξης.
Το δημοσιονομικό ερώτημα
Κάθε αύξηση επιδομάτων έχει αναπόφευκτα και δημοσιονομική διάσταση. Η Κυβέρνηση θα πρέπει να εξηγήσει όχι μόνο το ύψος των αυξήσεων, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο θα χρηματοδοτηθούν σε μόνιμη βάση. Η στήριξη των ατόμων με αναπηρία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως προσωρινή παροχή ή ως πολιτική εξαγγελία. Είναι διαρκής υποχρέωση και, άρα, πρέπει να ενταχθεί σε σταθερό δημοσιονομικό σχεδιασμό.
Ωστόσο, το κόστος δεν πρέπει να διαβάζεται μόνο από τη μία πλευρά του κρατικού προϋπολογισμού. Υπάρχει και το κόστος της μη στήριξης. Όταν μια οικογένεια δεν λαμβάνει επαρκή βοήθεια, συχνά ένας γονέας, σύζυγος ή παιδί αναγκάζεται να αποσυρθεί από την εργασία για να καλύψει ανάγκες φροντίδας. Αυτό σημαίνει απώλεια εισοδήματος, λιγότερες ασφαλιστικές εισφορές, χαμηλότερη μελλοντική σύνταξη και μεγαλύτερη εξάρτηση από την κρατική πρόνοια στο μέλλον.
Αυτό ανέδειξαν και οι οργανώσεις, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στους άτυπους φροντιστές. Ο Πρόεδρος του Παρατηρητηρίου Τρίτης Ηλικίας Κύπρου, Δήμος Αντωνίου, μίλησε για δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους που έχουν φτάσει στα όρια της ψυχολογικής και σωματικής εξάντλησης, ενώ ο Πρόεδρος της ΟΣΑΚ, Χαράλαμπος Παπαδόπουλος, σημείωσε ότι αρκετοί άτυποι φροντιστές εγκαταλείπουν την εργασία τους χωρίς να έχουν σήμερα ουσιαστικά δικαιώματα.
Από οικονομικής πλευράς, αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό. Η ανεπαρκής κοινωνική φροντίδα δεν εξαφανίζει το κόστος. Απλώς το μεταφέρει στις οικογένειες, στην αγορά εργασίας και τελικά πάλι στο κράτος, αλλά με πιο άναρχο και συχνά πιο ακριβό τρόπο.
Η οριζόντια αύξηση και το όριο της
Οι οργανώσεις αναγνώρισαν ότι η οριζόντια αύξηση αποτελεί θετικό βήμα, ιδιαίτερα από τη στιγμή που, όπως αναφέρθηκε, για περίπου 20 χρόνια η συντριπτική πλειοψηφία των παροχών παρέμενε ουσιαστικά στάσιμη. Αυτό από μόνο του δείχνει πόσο μεγάλη ήταν η απόσταση που είχε δημιουργηθεί ανάμεσα στις πραγματικές ανάγκες και στο ύψος της κρατικής στήριξης.
Την ίδια στιγμή, όμως, η ίδια η συζήτηση ανέδειξε και το όριο των οριζόντιων μέτρων. Στην αναπηρία, η κάθε περίπτωση είναι διαφορετική. Δύο άνθρωποι που τυπικά εντάσσονται στην ίδια γενική κατηγορία μπορεί να έχουν εντελώς διαφορετικές ανάγκες φροντίδας, κινητικότητας, θεραπείας, στήριξης, απασχόλησης και καθημερινής λειτουργικότητας.
Ο κ. Παπαδόπουλος το έθεσε με σαφήνεια, σημειώνοντας ότι στην αναπηρία το οριζόντιο δεν επαρκεί. Η οριζόντια αύξηση μπορεί να λειτουργήσει ως άμεση ανακούφιση και ως πρώτο βήμα αποκατάστασης μιας χρόνιας αδικίας. Δεν μπορεί, όμως, να είναι το τελικό μοντέλο. Το ζητούμενο για την επόμενη φάση είναι η εξατομίκευση.
Το ζήτημα της μακροχρόνιας φροντίδας
Η συζήτηση δεν περιορίστηκε στα επιδόματα αναπηρίας. Τέθηκε και το θέμα της μακροχρόνιας φροντίδας, το οποίο συνδέεται άμεσα με τη γήρανση του πληθυσμού, την αξιοπρεπή διαβίωση και το πρόγραμμα «Γηράσκω στο σπίτι».
Η Κύπρος, όπως και οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, βρίσκεται μπροστά σε μια δημογραφική πρόκληση. Ο πληθυσμός γερνά, οι ανάγκες φροντίδας αυξάνονται και το παραδοσιακό μοντέλο, όπου η οικογένεια αναλαμβάνει σχεδόν εξ ολοκλήρου το βάρος, γίνεται όλο και λιγότερο βιώσιμο.
Αν το κράτος δεν οργανώσει έγκαιρα ένα σοβαρό πλαίσιο μακροχρόνιας φροντίδας, το πρόβλημα θα μετατραπεί σε οικονομική πίεση πολλαπλών επιπέδων. Θα πιέσει τα νοικοκυριά, την αγορά εργασίας, τα δημόσια οικονομικά, τα νοσοκομεία και το ασφαλιστικό σύστημα.
Γι’ αυτό και η συζήτηση για τα αναπηρικά επιδόματα πρέπει να ιδωθεί ως μέρος μιας ευρύτερης μεταρρύθμισης στην κοινωνική φροντίδα. Δεν αρκεί να αυξηθούν ποσά. Χρειάζεται ένα σύστημα που να στηρίζει την ανεξάρτητη διαβίωση, να προστατεύει τους φροντιστές, να μειώνει την ιδρυματοποίηση όπου αυτό είναι δυνατό και να επιτρέπει στους πολίτες να παραμένουν ενεργοί στην κοινωνία και την οικονομία.
Το μήνυμα προς την Κυβέρνηση
Το θετικό στοιχείο της συνάντησης είναι ότι οι οργανώσεις εμφανίστηκαν συγκρατημένα ικανοποιημένες. Αναγνώρισαν ότι δεν μπορεί η χώρα να μετακινηθεί άμεσα από πολύ χαμηλές παροχές σε ένα ιδανικό επίπεδο στήριξης. Την ίδια ώρα, όμως, κατέστησαν σαφές ότι η νέα νομοθεσία πρέπει να αποτελέσει αφετηρία και όχι τελικό σημείο.
Η Κύπρος, σύμφωνα με όσα ανέφερε η κ. Ανθοπούλου, βρίσκεται πολύ χαμηλά σε σχέση με τις παροχές προς τα άτομα με αναπηρία. Αν αυτό ισχύει ως πραγματική εικόνα του συστήματος, τότε οι αυξήσεις που έρχονται δεν πρέπει να παρουσιαστούν ως γενναιόδωρη εξαίρεση, αλλά ως αρχή μιας αναγκαίας σύγκλισης με ένα πιο σύγχρονο ευρωπαϊκό μοντέλο κοινωνικής προστασίας.
Το επόμενο κρίσιμο βήμα είναι η ανακοίνωση των ποσών. Εκεί θα φανεί η πραγματική έκταση της παρέμβασης. Θα φανεί επίσης κατά πόσο το νέο πλαίσιο μπορεί να δημιουργήσει ουσιαστική διαφορά στα νοικοκυριά ή αν θα λειτουργήσει κυρίως συμβολικά.
MoneyMatters View
Η αύξηση των επιδομάτων αναπηρίας και η αποσύνδεση των νέων παροχών από τα εισοδηματικά κριτήρια αποτελούν μια από τις σημαντικότερες κοινωνικοοικονομικές παρεμβάσεις της περιόδου. Η σημασία τους δεν περιορίζεται στο άμεσο ποσό που θα λάβουν οι δικαιούχοι. Βρίσκεται στο ότι το κράτος φαίνεται να μετακινείται από μια στενή λογική επιδοματικής φτώχειας προς μια λογική αναγνώρισης πραγματικών αναγκών.
Αυτό είναι σωστό ως κατεύθυνση. Αλλά η επιτυχία θα κριθεί από τρία πράγματα. Πρώτον, από το ύψος των αυξήσεων. Δεύτερον, από το αν η χρηματοδότηση θα είναι μόνιμη και αξιόπιστη. Τρίτον, από το αν η οριζόντια αύξηση θα ακολουθηθεί από ένα εξατομικευμένο σύστημα αξιολόγησης και στήριξης.
Η αναπηρία δεν είναι μόνο κοινωνικό ζήτημα. Είναι και οικονομικό ζήτημα. Επηρεάζει την παραγωγικότητα, τη συμμετοχή στην αγορά εργασίας, τη βιωσιμότητα των νοικοκυριών και τελικά τη συνολική ανθεκτικότητα της οικονομίας. Όσο πιο αποτελεσματικά στηρίζονται τα άτομα με αναπηρία και οι φροντιστές τους, τόσο μεγαλύτερες είναι οι πιθανότητες για μια κοινωνία με περισσότερη ισότητα, καλύτερη αξιοποίηση ανθρώπινου δυναμικού και λιγότερες μακροπρόθεσμες κοινωνικές ανισότητες.
Οι ανακοινώσεις που αναμένονται θα δείξουν αν η μεταρρύθμιση αυτή αποτελεί μια ουσιαστική αλλαγή πορείας ή απλώς μια περιορισμένη προσαρμογή. Σε κάθε περίπτωση, η κατεύθυνση φαίνεται να είναι θετική και αντανακλά μια πιο σύγχρονη αντίληψη για το τι σημαίνει κοινωνική προστασία σε μια ευρωπαϊκή οικονομία του 21ου αιώνα.
The post Αυξήσεις στα επιδόματα αναπηρίας: Τι αλλάζει και γιατί η απόφαση έχει οικονομική σημασία για την Κύπρο appeared first on moneymatters.cy.