GuruPolitico | Παραπολιτικά
Τελείωσε, επιτέλους, η κυπριακή προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και μαζί της ξεκίνησε η αναμενόμενη περιοδεία κυβερνητικών αξιωματούχων από κανάλι σε κανάλι, με στόχο να αναδείξουν τις «μεγάλες επιτυχίες» και τα «σημαντικά επιτεύγματα» της εξάμηνης θητείας.
Είναι αλήθεια ότι, σε οργανωτικό επίπεδο, η Κύπρος ανταποκρίθηκε με επάρκεια στις απαιτήσεις της προεδρίας. Ο προγραμματισμός των συναντήσεων, η φιλοξενία των αποστολών και η συνολική διαχείριση του θεσμικού έργου φαίνεται πως ολοκληρώθηκαν χωρίς σοβαρά προβλήματα. Αυτό ασφαλώς αξίζει να αναγνωριστεί.
Όμως αυτά αποτελούν την αναγκαία διοικητική βάση μιας προεδρίας, όχι το μέτρο της πολιτικής επιτυχίας της.
Το πραγματικό ερώτημα είναι διαφορετικό: τι ουσιαστικό αποτύπωμα άφησε η κυπριακή προεδρία για την Κύπρο, για την Ευρώπη και, κυρίως, για τους ίδιους τους πολίτες;
Η κυβέρνηση φαίνεται να μετρά την επιτυχία της προεδρίας με έναν και μοναδικό δείκτη: τα συγχαρητήρια των Βρυξελλών. Αφού η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέφρασε την ικανοποίησή της προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, επιχειρείται να περάσει το μήνυμα ότι όλα κύλησαν ιδανικά.
Από πότε όμως τα συμφέροντα της ευρωπαϊκής γραφειοκρατίας ταυτίζονται αυτομάτως με τα συμφέροντα των ευρωπαϊκών λαών;
Και, κυρίως, άλλαξε προς το καλύτερο η καθημερινότητα των πολιτών;
Δυστυχώς, η απάντηση είναι αρνητική. Η ακρίβεια εξακολουθεί να πιέζει τα νοικοκυριά, το ενεργειακό κόστος παραμένει σε υψηλά επίπεδα και η αβεβαιότητα που προκαλούν οι πόλεμοι στη Μέση Ανατολή και στην Ουκρανία εξακολουθεί να βαραίνει τις ευρωπαϊκές οικονομίες.
Τι έκανε, λοιπόν, η Ευρωπαϊκή Ένωση, και μαζί της η κυπριακή προεδρία, για την αποκλιμάκωση αυτών των συγκρούσεων;
Η απάντηση είναι απογοητευτική. Ελάχιστα, αν όχι τίποτα. Με άλλα λόγια, μια τρύπα στο νερό.
Ιδιαίτερα στον πόλεμο της Μέσης Ανατολής, η Ευρώπη απέδειξε ότι αδυνατεί να διαμορφώσει αυτόνομη εξωτερική πολιτική. Με ελάχιστες φωτεινές εξαιρέσεις, όπως η Ισπανία, ακολούθησε σχεδόν άκριτα τις επιλογές της Ουάσιγκτον, αντί να αναλάβει ουσιαστικές πρωτοβουλίες για την ειρήνη.
Την ίδια ώρα, απέναντι στα όσα πολλοί διεθνείς οργανισμοί, ειδικοί και κράτη χαρακτηρίζουν ως γενοκτονία ή ως ιδιαίτερα σοβαρές παραβιάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου στη Γάζα, η κυπριακή προεδρία δεν τόλμησε να υψώσει τη φωνή της.
Στο ουκρανικό μέτωπο, αντίστοιχα, η Λευκωσία επέλεξε να κινηθεί ακόμη πιο ένθερμα από άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, στηρίζοντας πλήρως τη γραμμή των κυρώσεων κατά της Ρωσίας και της συνεχούς οικονομικής και στρατιωτικής ενίσχυσης του Κιέβου.
Μπορεί κανείς εύλογα να αναρωτηθεί: αυτή η στρατηγική φέρνει πιο κοντά την ειρήνη ή παρατείνει τη σύγκρουση;
Υπήρξε όμως και ένα ακόμη ζήτημα που αφορά άμεσα την Κύπρο. Με κινήσεις και δημόσιες τοποθετήσεις που δημιούργησαν την εικόνα μιας χώρας άμεσα εμπλεκόμενης στις περιφερειακές εξελίξεις, η κυβέρνηση συνέβαλε στην ενίσχυση της αίσθησης ανασφάλειας στην περιοχή.
Οι επιπτώσεις στον τουρισμό ήταν αισθητές, σε μια περίοδο που η οικονομία μας έχει ανάγκη από σταθερότητα και όχι από πρόσθετους κινδύνους.
Τώρα που έπεσαν οι τίτλοι τέλους της προεδρίας, ίσως ήρθε η ώρα να σταματήσει η επικοινωνιακή αυτοϊκανοποίηση και να επιστρέψουμε στην πραγματικότητα.
Στα προβλήματα που βιώνουν καθημερινά οι πολίτες. Στην ακρίβεια, στη στέγαση, στην ενέργεια, στην υγεία, στη δημόσια διοίκηση, αλλά και στην ανάγκη να αντιμετωπιστούν αποφασιστικά η διαφθορά και οι παθογένειες που για χρόνια υπονομεύουν την αξιοπιστία του κράτους.
Η Κύπρος έχει ανάγκη από μια εξωτερική πολιτική που να υπηρετεί πρωτίστως τα δικά της συμφέροντα. Η συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν σημαίνει ότι η χώρα οφείλει να αποδέχεται αδιαμαρτύρητα κάθε απόφαση, όταν αυτή πλήττει την οικονομία και τους πολίτες της.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το ζήτημα του ρωσικού τουρισμού. Η κυβέρνηση θα μπορούσε να διεκδικήσει, με σοβαρά επιχειρήματα και μέσα από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, ειδικές ρυθμίσεις ή εξαιρέσεις που θα διευκόλυναν την έλευση Ρώσων επισκεπτών, λαμβάνοντας υπόψη τη σημασία που είχε διαχρονικά η συγκεκριμένη αγορά για τον κυπριακό τουρισμό και την οικονομία γενικότερα.
Αντί γι’ αυτό, επέλεξε να ευθυγραμμιστεί πλήρως με τις κυρίαρχες ευρωπαϊκές επιλογές, χωρίς να δώσει την εντύπωση ότι διεκδίκησε με επιμονή κάτι που θα μπορούσε να ωφελήσει τη χώρα.
Οι συμμαχίες είναι απαραίτητες. Η συμμετοχή, όμως, σε μια συμμαχία δεν σημαίνει ότι εκχωρείς το δικαίωμα να υπερασπίζεσαι τα δικά σου συμφέροντα.
Τα μικρά κράτη οφείλουν να έχουν φωνή, όχι μόνο όταν συμφωνούν με τους ισχυρούς, αλλά κυρίως όταν έχουν λόγους να διαφωνούν.
Η κυπριακή προεδρία ανήκει πλέον στην Ιστορία. Τα προβλήματα των πολιτών, όμως, είναι εδώ. Και αυτά δεν λύνονται με πανηγυρικές δηλώσεις, επικοινωνιακές εμφανίσεις και συγχαρητήρια από τις Βρυξέλλες.
Η Κύπρος δεν έχει ανάγκη από περισσότερα χειροκροτήματα. Έχει ανάγκη από περισσότερη ανεξάρτητη σκέψη, περισσότερο πολιτικό θάρρος και μια κυβέρνηση που θα βάζει πάνω απ’ όλα το συμφέρον του τόπου της.
Ω.