Η Κύπρος διαθέτει ένα από τα ισχυρότερα ηλιακά πλεονεκτήματα στην Ευρώπη. Παρ’ όλα αυτά, σημαντική ποσότητα πράσινης ηλεκτρικής ενέργειας περιορίζεται, η παραγωγή εξακολουθεί να βασίζεται κατά 85,5% σε ορυκτά καύσιμα και οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν από τις υψηλότερες τιμές ηλεκτρισμού στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
- Ο ήλιος υπάρχει. Το σύστημα δεν είναι ακόμη έτοιμο να τον αξιοποιήσει πλήρως
- Γιατί δεν μπορεί το ρεύμα να περιμένει;
- Η πράσινη ενέργεια που δεν φτάνει ποτέ στον καταναλωτή
- Οι επιχειρήσεις πληρώνουν τη δεύτερη υψηλότερη τιμή στην ΕΕ
- Η σημαντική διόρθωση για τα νοικοκυριά
- Τα φωτοβολταϊκά δεν ωφελούν όλους με τον ίδιο τρόπο
- Οι μπαταρίες είναι απαραίτητες, αλλά δεν είναι μαγικό κουμπί
- Η ανταγωνιστική αγορά δεν αρκεί από μόνη της
- Ο καταναλωτής πρέπει να γίνει μέρος της λύσης
- Το μεγάλο blind spot
Blind Spots. Τα τυφλά σημεία της κυπριακής οικονομίας. Στη στήλη του MoneyMatters κοιτάζουμε πίσω από τους αριθμούς και τις βεβαιότητες που κυριαρχούν στη δημόσια συζήτηση. Αναζητούμε τους κινδύνους που υποτιμώνται, τις πραγματικότητες που δεν χωρούν στον μέσο όρο και τα προβλήματα που γίνονται ορατά μόνο όταν αρχίσουν να επηρεάζουν την καθημερινή μας ζωή.
Δεν αμφισβητούμε την πρόοδο. Ρωτάμε γιατί το όφελος δεν φτάνει πάντα εκεί όπου θα έπρεπε.
Στην περίπτωση της ενέργειας, το ερώτημα είναι σχεδόν αυτονόητο:
Πώς γίνεται μια χώρα με τόσο ήλιο να εξακολουθεί να δυσκολεύεται να εξασφαλίσει σταθερά φθηνό ηλεκτρικό ρεύμα;
Η απάντηση δεν βρίσκεται στα φωτοβολταϊκά πάνελ. Βρίσκεται στο σύστημα που υπάρχει γύρω τους.
Ο ήλιος υπάρχει. Το σύστημα δεν είναι ακόμη έτοιμο να τον αξιοποιήσει πλήρως
Η εικόνα μοιάζει παράδοξη. Κατοικίες, επιχειρήσεις και μεγάλα φωτοβολταϊκά πάρκα παράγουν όλο και περισσότερη ηλεκτρική ενέργεια από τον ήλιο. Σε ορισμένες ώρες, όμως, η παραγωγή είναι μεγαλύτερη από την ποσότητα που μπορεί να απορροφήσει με ασφάλεια το ηλεκτρικό σύστημα.
Τότε, μέρος της παραγωγής περιορίζεται.
Ο Υπουργός Ενέργειας Μιχάλης Δαμιανός αναγνώρισε τον Απρίλιο του 2026 ότι σημαντικό μέρος της ανανεώσιμης ενέργειας που παράγεται στην Κύπρο περικόπτεται, χαρακτηρίζοντας την κατάσταση ουσιαστική απώλεια καθαρής ηλεκτρικής ενέργειας. Την ίδια στιγμή, τα ορυκτά καύσιμα εξακολουθούν να αντιστοιχούν στο 85,5% της ηλεκτροπαραγωγής, ενώ οι ανανεώσιμες πηγές καλύπτουν μόλις το 14,5%. (gov.cy)
Με απλά λόγια, υπάρχουν ώρες κατά τις οποίες η Κύπρος διαθέτει δωρεάν ηλιακή ενέργεια, αλλά δεν μπορεί να την κρατήσει για αργότερα. Και όταν πέσει ο ήλιος ή αυξηθεί η ζήτηση, το σύστημα επιστρέφει σε μεγάλο βαθμό στα εισαγόμενα καύσιμα.
Το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη παραγωγής. Είναι η αδυναμία μεταφοράς αυτής της παραγωγής από την ώρα που περισσεύει στην ώρα που πραγματικά χρειάζεται.
Γιατί δεν μπορεί το ρεύμα να περιμένει;
Το ηλεκτρικό ρεύμα δεν λειτουργεί όπως το νερό σε μια δεξαμενή.
Η παραγωγή και η κατανάλωση πρέπει να βρίσκονται σχεδόν συνεχώς σε ισορροπία. Αν τα φωτοβολταϊκά παράγουν μεγάλη ποσότητα το μεσημέρι, αλλά η ζήτηση δεν είναι αρκετή, η περίσσεια δεν μπορεί απλώς να παραμείνει στο δίκτυο μέχρι το βράδυ.
Χωρίς επαρκείς μπαταρίες, άλλες μορφές αποθήκευσης ή μια ηλεκτρική διασύνδεση μέσω της οποίας θα μπορούσε να εξαχθεί η επιπλέον παραγωγή, ο διαχειριστής αναγκάζεται να τη μειώσει.
Το πρόβλημα είναι εντονότερο στην Κύπρο, επειδή το ηλεκτρικό της σύστημα παραμένει απομονωμένο. Μελέτη που εκπονήθηκε στο πλαίσιο έργου συγχρηματοδοτούμενου από την Κυπριακή Δημοκρατία και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης επισημαίνει ότι, ειδικά στα απομονωμένα δίκτυα, η μεγάλη διείσδυση ανανεώσιμων πηγών πρέπει να συνοδεύεται από αποθήκευση, ώστε να περιορίζονται οι περικοπές και να διατηρείται η ασφάλεια του συστήματος. (energy.gov.cy)
Αυτό είναι το πρώτο μεγάλο blind spot της ενεργειακής μετάβασης.
Η εγκατάσταση περισσότερων φωτοβολταϊκών δεν αρκεί από μόνη της.
Αν δεν αναπτυχθούν ταυτόχρονα αποθήκευση, σύγχρονα δίκτυα, έξυπνη διαχείριση της ζήτησης και νέοι τρόποι λειτουργίας της αγοράς, η πρόσθετη παραγωγή μπορεί να αυξήσει τις περικοπές αντί να μειώσει όσο αναμένεται το κόστος.
Η πράσινη ενέργεια που δεν φτάνει ποτέ στον καταναλωτή
Κάθε κιλοβατώρα που θα μπορούσε να παραχθεί από τον ήλιο αλλά τελικά περιορίζεται είναι χαμένη ευκαιρία.
Δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ο καταναλωτής θα έβλεπε ισόποση μείωση στον επόμενο λογαριασμό του. Οι λιανικές τιμές περιλαμβάνουν πολλά περισσότερα από το άμεσο κόστος παραγωγής. Περιλαμβάνουν τη λειτουργία και την αναβάθμιση των δικτύων, τις εφεδρείες, τις υπηρεσίες του συστήματος, τη φορολογία, τις επιβαρύνσεις, τις επενδύσεις και το κόστος των καυσίμων.
Σημαίνει, όμως, ότι μια φθηνή εγχώρια πηγή ενέργειας δεν αξιοποιείται πλήρως, ενώ η χώρα εξακολουθεί να εξαρτάται σε πολύ μεγάλο βαθμό από καύσιμα που πρέπει να αγοράζει από το εξωτερικό.
Αυτό δεν είναι μόνο ενεργειακό ζήτημα. Είναι και οικονομικό.
Η τιμή του πετρελαίου, το κόστος των δικαιωμάτων εκπομπών και οι διεθνείς κρίσεις περνούν τελικά στο κόστος παραγωγής. Όσο μεγαλύτερη είναι η εξάρτηση από εισαγόμενα καύσιμα, τόσο περισσότερο η Κύπρος εκτίθεται σε παράγοντες που δεν μπορεί να ελέγξει.
Οι επιχειρήσεις πληρώνουν τη δεύτερη υψηλότερη τιμή στην ΕΕ
Η πίεση γίνεται ιδιαίτερα εμφανής στις επιχειρήσεις.
Στο δεύτερο εξάμηνο του 2025, η τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος στην Κύπρο για τη συγκεκριμένη κατηγορία μεσαίων μη οικιακών καταναλωτών που εξετάζει η Eurostat ήταν €24,29 ανά 100 kWh. Ήταν η δεύτερη υψηλότερη τιμή στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μετά την Ιρλανδία, και σημαντικά υψηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο των €18,37 ανά 100 kWh. Τα στοιχεία αφορούν καταναλωτές με ετήσια χρήση από 500 έως 2.000 MWh. (Eurostat)
Η διαφορά δεν είναι αμελητέα.
Η κυπριακή τιμή ήταν περίπου 32% υψηλότερη από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ίδια κατηγορία κατανάλωσης.
Παράλληλα, οι μη ανακτήσιμοι φόροι και οι επιβαρύνσεις αποτελούσαν το 29,9% της τελικής τιμής για τους μη οικιακούς καταναλωτές στην Κύπρο, έναντι 17,7% κατά μέσο όρο στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Μόνο η Πολωνία είχε υψηλότερο αντίστοιχο ποσοστό.
Το ακριβό ρεύμα δεν μένει στον λογαριασμό της επιχείρησης. Μεταφέρεται σε ολόκληρη την οικονομία.
Περνά στο ψωμί που ψήνεται, στο ξενοδοχείο που ψύχεται, στο εστιατόριο που λειτουργεί τις κουζίνες του, στο κατάστημα που πληρώνει κλιματισμό, στην παραγωγική μονάδα, στην αποθήκη, στο γραφείο και στην υπηρεσία που χρησιμοποιεί ηλεκτρονικό εξοπλισμό.
Μέρος αυτού του κόστους απορροφάται από τα περιθώρια κέρδους. Το υπόλοιπο περνά στις τιμές που πληρώνει ο καταναλωτής.
Έτσι, το ενεργειακό κόστος λειτουργεί σαν μια αόρατη επιβάρυνση σε πολύ περισσότερα πράγματα από τον λογαριασμό του ηλεκτρισμού.
Η σημαντική διόρθωση για τα νοικοκυριά
Η εικόνα χρειάζεται ακρίβεια.
Δεν είναι σωστό να υποστηρίξουμε ότι η Κύπρος είχε στο τέλος του 2025 το ακριβότερο οικιακό ηλεκτρικό ρεύμα στην Ευρώπη. Τα τελευταία στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι οι τιμές για τα κυπριακά νοικοκυριά μειώθηκαν κατά 14,7% στο δεύτερο εξάμηνο του 2025 σε σχέση με την ίδια περίοδο του προηγούμενου έτους. Ήταν η μεγαλύτερη ετήσια μείωση ανάμεσα στα κράτη μέλη. (Eurostat)
Αυτή είναι θετική εξέλιξη και πρέπει να αναγνωρίζεται.
Δεν αναιρεί, όμως, το διαρθρωτικό πρόβλημα. Η μείωση μιας χρονιάς δεν σημαίνει ότι η Κύπρος έχει ήδη μετατρέψει το ηλιακό της πλεονέκτημα σε ένα μόνιμα φθηνό και ανθεκτικό ενεργειακό σύστημα.
Οι τιμές μπορεί να μειωθούν λόγω μεταβολών στα καύσιμα, προσωρινών φορολογικών μέτρων, επιδοτήσεων ή άλλων παρεμβάσεων. Το πραγματικό τεστ είναι αν η χώρα μπορεί να προσφέρει ανταγωνιστική ενέργεια σε βάθος χρόνου, χωρίς να εξαρτάται κάθε φορά από τη διεθνή τιμή του πετρελαίου ή από έκτακτες κρατικές αποφάσεις.
Τα φωτοβολταϊκά δεν ωφελούν όλους με τον ίδιο τρόπο
Η ενεργειακή μετάβαση δημιουργεί ακόμη μία διαίρεση.
Ένα νοικοκυριό που διαθέτει ιδιόκτητη μονοκατοικία, κατάλληλη στέγη και κεφάλαιο για φωτοβολταϊκά και μπαταρία μπορεί να μειώσει σημαντικά την εξάρτησή του από το δίκτυο.
Ένας ενοικιαστής, ένας κάτοικος πολυκατοικίας ή μια οικογένεια χωρίς δυνατότητα αρχικής επένδυσης δεν έχει τις ίδιες επιλογές.
Ο πρώτος μπορεί να προστατεύσει μέρος του εισοδήματός του από τις αυξήσεις της ηλεκτρικής ενέργειας. Ο δεύτερος παραμένει εκτεθειμένος στον λογαριασμό, ακόμη κι αν ο ήλιος φωτίζει την ίδια πόλη και την ίδια πολυκατοικία.
Αυτό είναι ένα από τα πιο κοινωνικά blind spots της πράσινης μετάβασης.
Μια τεχνολογία μπορεί να είναι οικονομικά συμφέρουσα και περιβαλλοντικά αναγκαία, αλλά το όφελός της να κατανέμεται άνισα. Όσοι διαθέτουν ακίνητο και κεφάλαιο αποκτούν πρόσβαση στη φθηνότερη αυτοπαραγωγή. Όσοι δεν διαθέτουν, συνεχίζουν να πληρώνουν το πλήρες κόστος του συστήματος.
Η επίσημη ανάλυση για την ενεργειακή φτώχεια υπολογίζει ότι επηρεάζονται 50.290 νοικοκυριά, δηλαδή 15,1% του συνόλου, ή περίπου 116.324 άτομα. Ο ίδιος ο Υπουργός Ενέργειας συνόψισε την εικόνα μιλώντας για περίπου 50.000 οικογένειες. (Υπουργείο Ενέργειας, gov.cy)
Η πράσινη μετάβαση, επομένως, δεν θα κριθεί μόνο από το πόσα πάνελ θα εγκατασταθούν. Θα κριθεί και από το αν το όφελος θα φτάσει στους ανθρώπους που δεν μπορούν να εγκαταστήσουν κανένα.
Οι μπαταρίες είναι απαραίτητες, αλλά δεν είναι μαγικό κουμπί
Η πιο προφανής λύση είναι η αποθήκευση.
Το Υπουργείο Ενέργειας αναφέρει ότι βρίσκονται σε ανάπτυξη συστήματα μπαταριών συνολικής ισχύος άνω των 300 MW, ενώ έργα περίπου 1,2 GW και 3,45 GWh βρίσκονται υπό αξιολόγηση. (gov.cy)
Η συζήτηση έχει πλέον περάσει από τις εξαγγελίες στα πρώτα συμβόλαια. Στις 23 Ιουνίου 2026, ο Διαχειριστής Συστήματος Μεταφοράς Κύπρου υπέγραψε με τη Cyta τη σύμβαση για την προμήθεια και εγκατάσταση των πρώτων μεγάλων συστημάτων αποθήκευσης στο ηλεκτρικό σύστημα. Νωρίτερα, στις 25 Μαΐου, είχαν υπογραφεί συμφωνίες δημόσιας χρηματοδότησης με επτά έργα αποθήκευσης σε συνδυασμό με ΑΠΕ. Τέσσερα από αυτά, στην κατηγορία συστημάτων ιδιοκατανάλωσης, αντιστοιχούν σε συνολική αποθηκευτική ικανότητα 12,8 MWh. (gov.cy, Υπουργείο Ενέργειας)
Η αποθήκευση μπορεί να απορροφά μέρος της πλεονάζουσας ηλιακής παραγωγής το μεσημέρι και να την επιστρέφει στο σύστημα αργότερα, όταν η ζήτηση είναι υψηλότερη. Η υπογραφή, όμως, δεν ισοδυναμεί με λειτουργία. Μέχρι τα συστήματα να εγκατασταθούν, να συνδεθούν και να ενταχθούν στους κανόνες της αγοράς, το σημερινό πρόβλημα των περικοπών παραμένει.
Αυτό μπορεί να μειώσει τις περικοπές, να περιορίσει την ανάγκη παραγωγής από καύσιμα σε ορισμένες ώρες και να προσφέρει μεγαλύτερη σταθερότητα.
Δεν σημαίνει, όμως, ότι με την εγκατάσταση των μπαταριών ο λογαριασμός θα μειωθεί αυτόματα.
Οι εγκαταστάσεις έχουν κόστος. Πρέπει να αποφασιστεί ποιος τις χρηματοδοτεί, ποιος τις λειτουργεί, πώς αμείβονται και πώς το οικονομικό όφελος μεταφέρεται στον τελικό καταναλωτή.
Αν η αποθήκευση αναπτυχθεί χωρίς σωστό σχεδιασμό, μπορεί να λύσει ένα τεχνικό πρόβλημα χωρίς να λύσει πλήρως το πρόβλημα της τιμής.
Η ανταγωνιστική αγορά δεν αρκεί από μόνη της
Η ανταγωνιστική αγορά ηλεκτρισμού τέθηκε σε λειτουργία την 1η Οκτωβρίου 2025, αλλά η ύπαρξη περισσότερων προμηθευτών δεν μπορεί από μόνη της να εξαφανίσει τα διαρθρωτικά κόστη ενός μικρού και απομονωμένου συστήματος. (gov.cy)
Ο ανταγωνισμός μπορεί να βελτιώσει τις επιλογές, να δημιουργήσει νέα προϊόντα και να ασκήσει πίεση στις τιμές. Δεν μπορεί, όμως, να παράγει φθηνά καύσιμα, να κατασκευάσει αυτόματα μπαταρίες ή να εκσυγχρονίσει μόνος του το δίκτυο.
Αν όλοι οι προμηθευτές αγοράζουν ενέργεια από ένα σύστημα που παραμένει ακριβό, το περιθώριο μείωσης της τελικής τιμής έχει όρια.
Η αγορά χρειάζεται πραγματικό ανταγωνισμό, αλλά χρειάζεται επίσης φθηνότερη παραγωγή, αποθήκευση, ευελιξία, σύγχρονα δίκτυα και διαφανή επιμερισμό του κόστους.
Ο καταναλωτής πρέπει να γίνει μέρος της λύσης
Το ηλεκτρικό σύστημα της επόμενης ημέρας δεν θα αλλάξει μόνο τον τρόπο παραγωγής. Θα αλλάξει και τον χρόνο κατανάλωσης.
Αν η ηλιακή παραγωγή περισσεύει το μεσημέρι, τότε συμφέρει ένα μέρος της κατανάλωσης να μεταφέρεται σε αυτές τις ώρες. Η φόρτιση ηλεκτρικών οχημάτων, η λειτουργία θερμοσιφώνων, αντλιών θερμότητας, κλιματιστικών και άλλων συσκευών μπορεί σταδιακά να προσαρμοστεί στις ώρες υψηλής πράσινης παραγωγής.
Για να συμβεί αυτό, ο καταναλωτής χρειάζεται πραγματικά κίνητρα.
Χρειάζεται έξυπνο μετρητή, κατανοητές διατιμήσεις, χαμηλότερη χρέωση στις ώρες που υπάρχει πλεονάζουσα παραγωγή και εργαλεία που του επιτρέπουν να διαχειρίζεται την κατανάλωσή του χωρίς να γίνεται ειδικός στην αγορά ηλεκτρισμού.
Διαφορετικά, η κοινωνία θα ακούει ότι το μεσημέρι περισσεύει πράσινη ενέργεια, αλλά θα συνεχίζει να πληρώνει περίπου την ίδια τιμή ανεξάρτητα από την ώρα που τη χρησιμοποιεί.
Το μεγάλο blind spot
Η Κύπρος δεν πάσχει από έλλειψη ηλιακής ενέργειας.
Πάσχει από ένα ηλεκτρικό σύστημα που δημιουργήθηκε για μια διαφορετική εποχή. Για μια εποχή όπου λίγοι μεγάλοι σταθμοί παρήγαν ρεύμα από καύσιμα και οι καταναλωτές απλώς το χρησιμοποιούσαν.
Σήμερα, η παραγωγή γίνεται πιο αποκεντρωμένη. Χιλιάδες στέγες παράγουν ενέργεια. Η παραγωγή μεταβάλλεται ανάλογα με τον ήλιο. Οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά μπορούν να είναι ταυτόχρονα καταναλωτές, παραγωγοί και μελλοντικά πάροχοι ευελιξίας.
Αυτή η νέα πραγματικότητα χρειάζεται νέο δίκτυο, αποθήκευση, έξυπνη τιμολόγηση και διαφορετικούς κανόνες.
Τα φωτοβολταϊκά είναι το ορατό μέρος της ενεργειακής μετάβασης. Το δύσκολο και ακριβό μέρος βρίσκεται πίσω από αυτά.
Είναι οι μπαταρίες που δεν έχουν ακόμη εγκατασταθεί.
Είναι τα δίκτυα που πρέπει να αναβαθμιστούν.
Είναι η πράσινη ενέργεια που περιορίζεται.
Είναι οι καταναλωτές που δεν μπορούν να βάλουν φωτοβολταϊκά.
Είναι οι επιχειρήσεις που πληρώνουν υψηλό κόστος και το μεταφέρουν στις τιμές.
Είναι οι οικογένειες που παραμένουν ενεργειακά ευάλωτες μέσα σε μία από τις πιο ηλιόλουστες χώρες της Ευρώπης.
Αυτό είναι το πραγματικό ενεργειακό παράδοξο της Κύπρου.
Δεν μας λείπει η φθηνή πηγή ενέργειας. Μας λείπει ακόμη το σύστημα που θα μπορεί να την κρατά όταν περισσεύει, να τη χρησιμοποιεί όταν χρειάζεται και να μεταφέρει το όφελος σε όλους.
The post Blind Spots: Τόσος ήλιος, τόσο ακριβό ρεύμα. Πού χάνεται η ενέργεια της Κύπρου; appeared first on moneymatters.cy.