Ο νέος πρωθυπουργός της Βρετανίας, Άντι Μπέρναμ, ενέκρινε τη συνέχιση της χρήσης βρετανικών στρατιωτικών βάσεων από τις Ηνωμένες Πολιτείες για επιλεγμένα πλήγματα κατά του Ιράν, τα οποία το Λονδίνο χαρακτηρίζει «αμυντικά». Η απόφαση διατηρεί τη γραμμή που είχε υιοθετήσει ο προκάτοχός του, Κιρ Στάρμερ, και αποτελεί την πρώτη μεγάλη δοκιμασία της νέας κυβέρνησης στις σχέσεις της με τον Ντόναλντ Τραμπ.
Σύμφωνα με πληροφορίες που μετέδωσε το Bloomberg, ο Μπέρναμ ενημερώθηκε για τις διαβουλεύσεις ανώτερων υπουργών και αξιωματούχων ασφαλείας και ενέκρινε τη διατήρηση της υφιστάμενης πολιτικής. Η βρετανική άδεια αφορά τη βάση RAF Fairford στο Γκλόστερσαϊρ και τη στρατηγική εγκατάσταση στο Diego Garcia στον Ινδικό Ωκεανό.
Μέχρι στιγμής δεν έχει εκδοθεί δημόσια ανακοίνωση από το γραφείο του νέου πρωθυπουργού για την απόφαση. Το πλαίσιο που περιγράφεται στις διεθνείς αναφορές δεν συνιστά γενική εξουσιοδότηση για οποιοδήποτε αμερικανικό πλήγμα. Περιορίζεται, σύμφωνα με τη βρετανική ορολογία, σε επιχειρήσεις που αποσκοπούν στην αντιμετώπιση της ιρανικής πυραυλικής απειλής και στην προστασία της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ.
Συνέχεια της πολιτικής Στάρμερ
Η απόφαση Μπέρναμ στηρίζεται στο καθεστώς που είχε διαμορφώσει ο Κιρ Στάρμερ από τον Μάρτιο του 2026. Η τότε κυβέρνηση είχε επιτρέψει στις ΗΠΑ να χρησιμοποιήσουν βρετανικές εγκαταστάσεις για «συγκεκριμένους και περιορισμένους αμυντικούς σκοπούς», μεταξύ άλλων για πλήγματα σε ιρανικές θέσεις πυραύλων και εγκαταστάσεις αποθήκευσης.
Η Βιβλιοθήκη της Βουλής των Κοινοτήτων καταγράφει ότι οι δύο εγκαταστάσεις που συνδέθηκαν με την άδεια ήταν το RAF Fairford και το Diego Garcia. Μεταγενέστερη βρετανική θέση κάλυψε επίσης αμερικανικές επιχειρήσεις κατά πυραυλικών συστημάτων που χρησιμοποιούνται για επιθέσεις σε πλοία στα Στενά του Ορμούζ.
Το Λονδίνο επιμένει στη διάκριση μεταξύ «αμυντικής» και «επιθετικής» δράσης. Η νομική και πολιτική γραμμή του υποστηρίζει ότι η προσβολή πυραύλων, αποθηκών και θέσεων εκτόξευσης μπορεί να εντάσσεται στη συλλογική αυτοάμυνα όταν οι συγκεκριμένες δυνατότητες απειλούν τη Βρετανία, συμμάχους της ή εμπορικά πλοία.
Τι σημαίνει η απόφαση για τις αμερικανικές επιχειρήσεις
Το RAF Fairford αποτελεί προωθημένη επιχειρησιακή βάση της αμερικανικής Global Strike Command στην Ευρώπη και μπορεί να υποστηρίξει στρατηγικά βομβαρδιστικά. Το Diego Garcia, κοινή βρετανοαμερικανική εγκατάσταση, προσφέρει στις ΗΠΑ κρίσιμο βάθος στον Ινδικό Ωκεανό και έχει χρησιμοποιηθεί σε προηγούμενες επιχειρήσεις στη Μέση Ανατολή και το Αφγανιστάν.
Η χρήση του Diego Garcia δεν είναι αυτόματη. Οι ισχύουσες διμερείς ρυθμίσεις απαιτούν από την Ουάσιγκτον να ζητά προηγούμενη βρετανική έγκριση για επιχειρήσεις που εκτελούνται από τη βάση. Αυτό μετατρέπει κάθε αίτημα σε πολιτική απόφαση για την εκάστοτε κυβέρνηση του Λονδίνου.
Η έγκριση του Μπέρναμ διατηρεί δύο σημαντικούς κόμβους διαθέσιμους στην αμερικανική πολεμική μηχανή, αλλά δεν αίρει τους βρετανικούς περιορισμούς για επιθέσεις σε ενεργειακές ή πολιτικές υποδομές. Η προηγούμενη κυβέρνηση είχε ξεκαθαρίσει ότι η χρήση των βάσεων αφορούσε συγκεκριμένες αμυντικές αποστολές και όχι απεριόριστη συμμετοχή στην αμερικανική εκστρατεία.
Η πρώτη δύσκολη εξίσωση για τον Μπέρναμ
Ο Ντόναλντ Τραμπ είχε ασκήσει έντονη πίεση στον Κιρ Στάρμερ όταν το Λονδίνο καθυστέρησε αρχικά να εγκρίνει τη χρήση των βάσεων. Ο Αμερικανός πρόεδρος είχε δηλώσει ότι απογοητεύτηκε από τη βρετανική στάση και ζητούσε ταχύτερη στήριξη στις επιχειρήσεις κατά της Τεχεράνης.
Για τον Μπέρναμ, η επιλογή να συνεχίσει την ίδια πολιτική αποτρέπει μια άμεση σύγκρουση με τον Λευκό Οίκο στις πρώτες ημέρες της πρωθυπουργίας του. Ταυτόχρονα, όμως, τον εκθέτει σε επικρίσεις στο εσωτερικό της Βρετανίας από όσους θεωρούν ότι η παροχή βάσεων καθιστά τη χώρα μέρος του πολέμου, ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό των πληγμάτων ως αμυντικών.
Η πολιτική ευαισθησία ενισχύεται από το γεγονός ότι η βρετανική κοινή γνώμη έχει εμφανιστεί επιφυλακτική απέναντι στη διεύρυνση της σύγκρουσης. Σε δημοσκόπηση της YouGov που είχε δημοσιοποιηθεί νωρίτερα κατά τη διάρκεια του πολέμου, το 59% των ερωτηθέντων δήλωνε αντίθετο στις αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις.
Η κυπριακή διάσταση
Η νέα απόφαση αφορά, σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, το RAF Fairford και το Diego Garcia και όχι τη βρετανική βάση Ακρωτηρίου στην Κύπρο. Η προηγούμενη κυβέρνηση είχε διαβεβαιώσει τη Λευκωσία ότι το RAF Akrotiri δεν θα χρησιμοποιούνταν για αμερικανικά πλήγματα κατά του Ιράν.
Η διάκριση έχει ιδιαίτερη σημασία για την Κύπρο, καθώς η βάση του Ακρωτηρίου είχε ήδη βρεθεί στο επίκεντρο της περιφερειακής έντασης μετά από επίθεση με μη επανδρωμένο αεροσκάφος. Οποιαδήποτε αλλαγή στον ρόλο της θα δημιουργούσε άμεσες συνέπειες για την ασφάλεια του νησιού και τις σχέσεις Λευκωσίας–Λονδίνου.
Το όριο μεταξύ άμυνας και πολέμου
Η απόφαση Μπέρναμ αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της βρετανικής στάσης: πού τελειώνει η συλλογική άμυνα και πού αρχίζει η ενεργός συμμετοχή σε έναν διευρυνόμενο πόλεμο; Η καταστροφή ενός πυραύλου που ετοιμάζεται να πλήξει πλοίο μπορεί να παρουσιαστεί ως αμυντική ενέργεια. Η συστηματική προσβολή στρατιωτικών υποδομών βαθιά στο ιρανικό έδαφος δημιουργεί πιο σύνθετα νομικά και πολιτικά ερωτήματα.
Η νέα κυβέρνηση επιλέγει, προς το παρόν, τη συνέχεια: στηρίζει τη συμμαχία με τις ΗΠΑ, διατηρεί τους περιορισμούς που είχε θέσει ο Στάρμερ και αποφεύγει να δώσει στον Τραμπ πλήρη ελευθερία χρήσης των βρετανικών εγκαταστάσεων. Το εάν αυτή η ισορροπία μπορεί να διατηρηθεί θα εξαρτηθεί από τους επόμενους στόχους της Ουάσιγκτον και από το πόσο θα κλιμακωθεί η στρατιωτική εκστρατεία κατά του Ιράν.
Η εξέλιξη βασίζεται σε πληροφορίες του Bloomberg και σε επίσημα στοιχεία της Βρετανικής Βουλής για το ισχύον καθεστώς χρήσης των βάσεων.