- Οι δασμοί σε πολλές τρίτες χώρες αποδυναμώνουν τη στρατηγική «China plus one».
- Η κινεζική παραγωγική βάση παραμένει ταχύτερη, βαθύτερη και πιο προβλέψιμη για αρκετές επιχειρήσεις.
- Η εμπορική αβεβαιότητα μπορεί να πετύχει το αντίθετο από τον επαναπατρισμό παραγωγής.
Οι δασμοί του Ντόναλντ Τραμπ σχεδιάστηκαν για να απομακρύνουν την παραγωγή από την Κίνα και να τη φέρουν στις ΗΠΑ. Σε ορισμένες εφοδιαστικές αλυσίδες, όμως, το αποτέλεσμα είναι το αντίθετο: επιχειρήσεις εγκαταλείπουν εναλλακτικές βάσεις και επιστρέφουν σε κινεζικούς προμηθευτές.
Η εξήγηση βρίσκεται στη διεύρυνση των δασμών πέρα από την Κίνα. Όταν προϊόντα από το Βιετνάμ, την Ινδία, το Μεξικό ή άλλες χώρες αντιμετωπίζουν υψηλές και μεταβαλλόμενες επιβαρύνσεις, το πλεονέκτημα της μεταφοράς παραγωγής μειώνεται. Η Κίνα παραμένει ακριβότερη σε πολιτικό κίνδυνο, αλλά προσφέρει ολοκληρωμένα δίκτυα προμηθευτών, υποδομές, τεχνικό προσωπικό και γρήγορη κλιμάκωση.
Η κατάρρευση της στρατηγικής «China plus one»
Για χρόνια, οι εταιρείες δεν εγκατέλειπαν πλήρως την Κίνα. Πρόσθεταν μία δεύτερη βάση παραγωγής ώστε να μειώσουν την εξάρτηση. Η πρακτική αυτή λειτουργεί μόνο όταν η εναλλακτική χώρα έχει σταθερό εμπορικό πλεονέκτημα. Οι οριζόντιοι και συχνά μεταβαλλόμενοι δασμοί αφαιρούν αυτή την προβλεψιμότητα.
Η επιστροφή στην Κίνα δεν σημαίνει ότι οι επιχειρήσεις εμπιστεύονται περισσότερο το Πεκίνο. Σημαίνει ότι προτιμούν μια γνωστή και αποδοτική αλυσίδα από μια νέα επένδυση με αβέβαιο δασμολογικό καθεστώς.
Στρατηγικό κόστος για τις ΗΠΑ
Αν η πολιτική οδηγήσει σε ακριβότερες εισαγωγές χωρίς ουσιαστική δημιουργία παραγωγής στις ΗΠΑ, η Ουάσιγκτον θα έχει επιβαρύνει τους καταναλωτές χωρίς να μειώσει την εξάρτηση από την Κίνα. Παράλληλα, το Πεκίνο διατηρεί τη θέση του ως «εργοστάσιο των εργοστασίων», προμηθεύοντας εξαρτήματα ακόμη και σε παραγωγικές μονάδες τρίτων χωρών.
Η πραγματική μεταφορά παραγωγής απαιτεί πολυετή βιομηχανική πολιτική, υποδομές και σταθερούς κανόνες. Οι δασμοί μπορούν να αλλάξουν το κόστος γρήγορα, αλλά δεν μπορούν μόνοι τους να δημιουργήσουν νέο οικοσύστημα προμηθευτών.
Η ανάλυση βασίζεται σε ρεπορτάζ των New York Times για τις αντίστροφες κινήσεις εταιρειών και σε δημόσια στοιχεία για την αμερικανική εμπορική πολιτική.