Τα φωτοβολταϊκά παρέμειναν η κυρίαρχη τεχνολογία ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην Ελλάδα, απορροφώντας το μεγαλύτερο μέρος των νέων επενδύσεων το 2025.
Η ελληνική αγορά φωτοβολταϊκών επιβεβαίωσε και το 2025 τον πρωταγωνιστικό της ρόλο στην ενεργειακή μετάβαση της χώρας, εγκαθιστώντας για ακόμη μία χρονιά περισσότερη νέα ισχύ από οποιαδήποτε άλλη τεχνολογία ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Συνδέσμου Εταιρειών Φωτοβολταϊκών, τα φωτοβολταϊκά αντιπροσώπευσαν το εντυπωσιακό 84,2% της συνολικής νέας εγκατεστημένης ισχύος ΑΠΕ κατά τη διάρκεια του έτους, επιβεβαιώνοντας το ισχυρό επενδυτικό ενδιαφέρον που συνεχίζει να προσελκύει ο κλάδος.
Η επίδοση αυτή καταδεικνύει ότι η ηλιακή ενέργεια αποτελεί πλέον τον βασικό πυλώνα της ενεργειακής μετάβασης στην Ελλάδα, σε μια περίοδο όπου η χώρα επιδιώκει να ενισχύσει την ενεργειακή της αυτονομία και να επιταχύνει την απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα.
Σχεδόν 1,9 GW νέας ισχύος μέσα σε ένα έτος
Κατά τη διάρκεια του 2025 συνδέθηκαν στο διασυνδεδεμένο σύστημα ηλεκτρισμού νέα φωτοβολταϊκά έργα συνολικής ισχύος 1.840 MWp.
Με τις νέες αυτές εγκαταστάσεις, η συνολική ισχύς των διασυνδεδεμένων φωτοβολταϊκών στη χώρα έφθασε τα 11.538 MWp μέχρι το τέλος του έτους, καταγράφοντας ένα νέο ιστορικό υψηλό για την ελληνική αγορά.
Πρόκειται για έναν από τους ταχύτερους ρυθμούς ανάπτυξης που έχουν καταγραφεί στην ελληνική αγορά ενέργειας τα τελευταία χρόνια, επιβεβαιώνοντας ότι οι επενδυτές εξακολουθούν να βλέπουν σημαντικές ευκαιρίες στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών.
Επιπλέον έργα περιμένουν σύνδεση
Η πραγματική δυναμική της αγοράς ήταν ακόμη μεγαλύτερη από αυτή που αποτυπώνεται στα στοιχεία των συνδέσεων.
Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Εταιρειών Φωτοβολταϊκών, μέσα στο 2025 κατασκευάστηκαν τουλάχιστον 800 MW επιπλέον φωτοβολταϊκών σταθμών, οι οποίοι όμως δεν κατάφεραν να συνδεθούν στο ηλεκτρικό σύστημα εντός της χρονιάς.
Η σύνδεση των συγκεκριμένων έργων μεταφέρθηκε για το 2026, γεγονός που υποδηλώνει ότι το επενδυτικό κύμα παραμένει ισχυρό και τα επόμενα χρόνια.
Παρότι οι συγκεκριμένες εγκαταστάσεις δεν προσμετρώνται στη νέα ισχύ του 2025, οι σχετικές επενδύσεις και οι θέσεις εργασίας που δημιουργήθηκαν έχουν συμπεριληφθεί στους υπολογισμούς της αγοράς, προκειμένου να αποτυπωθεί με μεγαλύτερη ακρίβεια η πραγματική οικονομική δραστηριότητα του κλάδου.
Υποχώρηση στα συστήματα αυτοκατανάλωσης
Η μόνη κατηγορία που εμφάνισε σημάδια επιβράδυνσης ήταν τα συστήματα αυτοκατανάλωσης.
Από το σύνολο των νέων διασυνδεδεμένων φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων του 2025, μόλις το 14,4% αφορούσε έργα αυτοπαραγωγής και αυτοκατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας.
Η αγορά των συγκεκριμένων συστημάτων παρουσίασε σημαντική υποχώρηση σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, επιστρέφοντας ουσιαστικά στα επίπεδα που είχαν καταγραφεί το 2023.
Βασικός λόγος για την κάμψη ήταν η λήξη του προγράμματος επιδότησης «Φωτοβολταϊκά στη Στέγη», το οποίο είχε λειτουργήσει ως βασικός μοχλός ανάπτυξης για τις οικιακές εγκαταστάσεις.
Η ολοκλήρωση του προγράμματος οδήγησε σε αισθητή μείωση της ζήτησης από νοικοκυριά, επηρεάζοντας συνολικά την αγορά της αυτοκατανάλωσης.
Νέες προκλήσεις για τον κλάδο
Παρά τις ισχυρές επιδόσεις, η αγορά φωτοβολταϊκών βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με νέες προκλήσεις.
Η αυξανόμενη διείσδυση των ΑΠΕ δημιουργεί πιέσεις στα δίκτυα μεταφοράς και διανομής, ενώ η ανάγκη για περισσότερες επενδύσεις σε συστήματα αποθήκευσης ενέργειας γίνεται ολοένα και πιο επιτακτική.
Ταυτόχρονα, η επιβράδυνση των οικιακών εγκαταστάσεων δείχνει ότι η συνέχιση της ενεργειακής μετάβασης θα απαιτήσει νέα χρηματοδοτικά εργαλεία και πιο στοχευμένες πολιτικές στήριξης.
Το 2025 επιβεβαίωσε ότι τα φωτοβολταϊκά αποτελούν πλέον τον αδιαμφισβήτητο πρωταγωνιστή της ελληνικής ενεργειακής μετάβασης. Ωστόσο, η επόμενη φάση ανάπτυξης δεν θα κριθεί μόνο από την εγκατάσταση νέων έργων, αλλά από την ικανότητα του συστήματος να απορροφήσει αποτελεσματικά τη νέα παραγωγή. Οι επενδύσεις σε δίκτυα, αποθήκευση ενέργειας και έξυπνες υποδομές θα αποτελέσουν τον καθοριστικό παράγοντα για το αν η Ελλάδα θα μπορέσει να διατηρήσει τον σημερινό ρυθμό ανάπτυξης των ΑΠΕ τα επόμενα χρόνια.