Η κυβέρνηση Τραμπ επιχειρεί να μεταφέρει την εκστρατεία οικονομικής απομόνωσης του Ιράν από τις μονομερείς αμερικανικές κυρώσεις στο τραπέζι της G20. Στη συνάντηση υπουργών Οικονομικών και κεντρικών τραπεζιτών στο Asheville, η Ουάσιγκτον θα ζητήσει από τους εταίρους της να κόψουν τις ιρανικές οικονομικές «γραμμές ζωής» αν θέλουν να διατηρήσουν απρόσκοπτη πρόσβαση στο σύστημα του δολαρίου. Δεν πρόκειται ακόμη για απόφαση της G20. Είναι τεστ του πόσο μακριά φθάνει η αμερικανική χρηματοπιστωτική ισχύς.
- Οι υπουργοί Οικονομικών και κεντρικοί τραπεζίτες της G20 συναντώνται στις 31 Αυγούστου και 1η Σεπτεμβρίου.
- Η Ουάσιγκτον θα ζητήσει συμμόρφωση με την εκστρατεία κυρώσεων κατά του Ιράν, σύμφωνα με ανώτερο αξιωματούχο του Treasury.
- Το μήνυμα συνδέει τις συναλλαγές με την Τεχεράνη με την πρόσβαση στο δολαριακό και δυτικό χρηματοπιστωτικό σύστημα.
- Η επίσημη οικονομική ατζέντα περιλαμβάνει ανάπτυξη, παγκόσμιες ανισορροπίες και κρατικό χρέος.
- Η ιρανική απομόνωση είναι αμερικανικός στόχος και όχι συμφωνημένο αποτέλεσμα της G20.
Η νέα εξέλιξη μετά το «Economic D-Day»
Στις 24 Αυγούστου, το αμερικανικό Υπουργείο Οικονομικών εγκαινίασε την Operation Economic Outcast, μια εκστρατεία που στοχεύει τις διεθνείς οικονομικές συνδέσεις του Ιράν. Το Strategist είχε αναλύσει τότε πώς η απειλή δευτερογενών κυρώσεων μετατρέπει το δολάριο σε τελεσίγραφο προς τρίτες χώρες και επιχειρήσεις.
Η ουσιαστική νέα εξέλιξη είναι ότι η Ουάσιγκτον σκοπεύει τώρα να φέρει αυτή την απαίτηση σε πολυμερές οικονομικό φόρουμ. Ανώτερος αξιωματούχος του Treasury δήλωσε, σύμφωνα με ρεπορτάζ του Reuters, ότι ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ θα διατυπώσει «ισχυρό μήνυμα» προς τους αξιωματούχους της G20: πρέπει να ακολουθήσουν την αμερικανική εκστρατεία αν επιθυμούν να συνεχίσουν να δραστηριοποιούνται στο δολαριακό, δυτικό χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Η διατύπωση δεν είναι κοινό ανακοινωθέν και δεν δεσμεύει τα άλλα μέλη. Αποκαλύπτει, όμως, τον στόχο της αμερικανικής προεδρίας: να μετατρέψει ένα μονομερές καθεστώς κυρώσεων σε πρακτικό διεθνές πρότυπο συμμόρφωσης.
Τι θα συζητήσει πραγματικά η G20
Η επίσημη αμερικανική διοργάνωση προβλέπει συνάντηση των αναπληρωτών στις 29 και 30 Αυγούστου και των υπουργών Οικονομικών και διοικητών κεντρικών τραπεζών στις 31 Αυγούστου και 1η Σεπτεμβρίου στο Asheville της Βόρειας Καρολίνας.
Η ατζέντα που παρουσίασε ο Μπέσεντ τον Φεβρουάριο περιλαμβάνει πολιτικές ανάπτυξης, τον εκσυγχρονισμό της χρηματοπιστωτικής ρύθμισης, τις υπερβολικές παγκόσμιες ανισορροπίες, τη διαφάνεια του κρατικού χρέους, τις αναδιαρθρώσεις, τα ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία και τις διασυνοριακές πληρωμές.
Το Ιράν δεν αντικαθιστά αυτά τα θέματα. Εισάγεται ως γεωπολιτικό τεστ μέσα σε μια οικονομική συνάντηση. Αυτό επιτρέπει στις ΗΠΑ να συνδέσουν την ασφάλεια με ζητήματα που απασχολούν άμεσα υπουργεία Οικονομικών, τράπεζες και εταιρείες: πρόσβαση σε clearing δολαρίου, κυρώσεις OFAC, ναυτιλιακή ασφάλιση, πληρωμές και εφοδιαστικές αλυσίδες.
Η G20 δεν είναι «οι 20 μεγαλύτερες οικονομίες»
Η σύνθεση της G20 έχει πολιτική σημασία. Περιλαμβάνει 19 κράτη, την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Αφρικανική Ένωση. Δεν πρόκειται απλώς για μια αριθμητική κατάταξη των 20 μεγαλύτερων οικονομιών.
Στο ίδιο τραπέζι κάθονται στενοί σύμμαχοι των ΗΠΑ, αλλά και η Κίνα και η Ρωσία, χώρες με στρατηγικές και οικονομικές σχέσεις με την Τεχεράνη. Η Ινδία, η Τουρκία, η Σαουδική Αραβία, η Νότια Αφρική και άλλοι συμμετέχοντες διαθέτουν διαφορετικές ενεργειακές ανάγκες και βαθμούς εξάρτησης από το αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Για αυτό η ομοφωνία σε μια ρητή αμερικανική απαίτηση είναι δύσκολη. Η Ουάσιγκτον δεν χρειάζεται, όμως, απαραίτητα ένα ισχυρό κοινό ανακοινωθέν. Μπορεί να επιδιώξει διμερείς δεσμεύσεις, προληπτική αποχώρηση τραπεζών από συναλλαγές και αυστηρότερους ελέγχους από εταιρείες που φοβούνται ότι θα βρεθούν αργότερα στο στόχαστρο.
Το όπλο είναι η αβεβαιότητα πριν από την κύρωση
Οι δευτερογενείς κυρώσεις είναι αποτελεσματικές επειδή επηρεάζουν μη αμερικανικά πρόσωπα. Μια τράπεζα ή ναυτιλιακή εταιρεία καλείται να συγκρίνει το όφελος από τις συναλλαγές με το Ιράν με τον κίνδυνο αποκλεισμού από αμερικανικές αγορές, ανταποκρίτριες τράπεζες και χρηματοδότηση σε δολάρια.
Στις δηλώσεις του για την Operation Economic Outcast, ο Μπέσεντ προσδιόρισε ως νέα μέτωπα τα ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία, την τεχνολογία, τον χρυσό, την αεροπορία και τη ναυτιλία. Η διεύρυνση κάνει τη συμμόρφωση πιο σύνθετη, επειδή δεν περιορίζεται στις άμεσες αγορές ιρανικού πετρελαίου.
Η απειλή μπορεί να αλλάξει συμπεριφορά πριν εκδοθεί οποιαδήποτε νέα απόφαση OFAC. Τα compliance departments τείνουν να επιλέγουν την ασφαλέστερη διαδρομή, ειδικά όταν η ιδιοκτησία ενός πλοίου, η προέλευση μιας πληρωμής ή ο τελικός δικαιούχος είναι ασαφείς. Η υπερσυμμόρφωση γίνεται μέρος της αμερικανικής ισχύος.
Η σύγκρουση με την οικονομική ατζέντα
Η Ουάσιγκτον θέλει ταυτόχρονα ταχύτερη παγκόσμια ανάπτυξη, μικρότερες ανισορροπίες και πιο αποτελεσματική διαχείριση κρατικού χρέους. Η κλιμάκωση κυρώσεων μπορεί, όμως, να αυξήσει το κόστος συναλλαγών, να μετακινήσει ενεργειακές ροές και να ενισχύσει την αναζήτηση εναλλακτικών συστημάτων πληρωμών.
Αυτό είναι το βασικό παράδοξο του Asheville. Οι ΗΠΑ χρησιμοποιούν την κεντρικότητα του δολαρίου για να επιβάλουν τη δική τους αντίληψη ασφάλειας. Όσο πιο επιθετικά το κάνουν, τόσο ισχυρότερο γίνεται το κίνητρο για ορισμένες χώρες να μειώσουν μακροπρόθεσμα αυτή την εξάρτηση.
Η αποδολαριοποίηση δεν είναι γρήγορη διαδικασία. Το βάθος των αμερικανικών αγορών, η ρευστότητα και το δίκτυο τραπεζικών σχέσεων δύσκολα αντικαθίστανται. Η G20, όμως, θα δείξει αν η απειλή αποκλεισμού παράγει συμμόρφωση χωρίς σημαντικό πολιτικό κόστος ή αν επιταχύνει τον σχηματισμό αντίρροπων μηχανισμών.
Strategist View
Το κρίσιμο αποτέλεσμα δεν θα είναι μια γενική αναφορά στο Ιράν. Θα είναι η συμπεριφορά τραπεζών, κυβερνήσεων και εταιρειών τις ημέρες μετά τη συνάντηση. Νέοι περιορισμοί σε πληρωμές, shipping, ασφάλιση ή τεχνολογία θα δείξουν ότι το αμερικανικό μήνυμα λειτούργησε ακόμη χωρίς επίσημη συναίνεση.
Αντίθετα, δημόσια αντίσταση από μεγάλα μέλη ή απουσία πρακτικών αλλαγών θα αποκαλύψει τα όρια της οικονομικής πίεσης. Η G20 δεν μπορεί από μόνη της να νομιμοποιήσει τις αμερικανικές κυρώσεις. Μπορεί, όμως, να γίνει ο χώρος όπου κάθε χώρα θα υποχρεωθεί να μετρήσει το κόστος της μη συμμόρφωσης.
Η μάχη με το Ιράν περνά από τις τράπεζες και το δολάριο. Στο Asheville θα φανεί αν η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να μπορεί να μετατρέπει τη χρηματοπιστωτική της υπεροχή σε παγκόσμια πολιτική πειθαρχία.