Οι ερευνητές αναφέρουν ότι οι διαφορές δύσκολα εξηγούνται μόνο από τη βελτίωση της υγειονομικής περίθαλψης, τον αυξημένο έλεγχο ή την καλύτερη διάγνωση
Οι νεότερες γενιές στο Ηνωμένο Βασίλειο εμφανίζουν σημάδια χειρότερης υγείας σε σχέση με τις προηγούμενες γενιές στην ίδια ηλικία, σύμφωνα με νέα μελέτη (πηγή στα Αγγλικά).
Ερευνητές από το University College London, το King’s College London και το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης διαπίστωσαν ότι τα άτομα που γεννήθηκαν πιο πρόσφατα δεν ήταν συνολικά πιο υγιή από εκείνα που γεννήθηκαν σε παλαιότερες γενιές, όταν συγκρίνονταν στην ίδια ηλικία.
Σύγκριναν δείκτες σωματικής και ψυχικής υγείας μεταξύ διαφορετικών γενεών στα αντίστοιχα στάδια της ζωής, ανασκοπώντας μελέτες που παρακολουθούν την υγεία δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων που γεννήθηκαν στη Βρετανία μεταξύ 1946 και 2002.
Η ανασκόπηση βασίστηκε σε βρετανικά σύνολα δεδομένων κοορτών γέννησης από 51 μελέτες που παρακολούθησαν ανθρώπους από τη γέννηση έως την ενηλικίωση.
Για αρκετές παθήσεις, ιδίως την παχυσαρκία, τα ψυχικά νοσήματα και τον διαβήτη, η χειρότερη υγεία ήταν συχνότερη στις πιο πρόσφατες γενιές σε σύγκριση με τις παλαιότερες στο ίδιο στάδιο ζωής. Οι ερευνητές περιέγραψαν αυτό το μοτίβο ως «σταδιακή επιδείνωση της υγείας από γενιά σε γενιά».
Η τάση αυτή ήταν πιο σταθερή στην περίπτωση της παχυσαρκίας και της ψυχικής υγείας. Τεκμηριώθηκαν επίσης αυξανόμενα ποσοστά διαβήτη κατά τη σύγκριση της Γενιάς Χ με τους Baby Boomers.
Οι ερευνητές ανέφεραν ότι οι διαφορές είναι απίθανο να εξηγούνται αποκλειστικά από τη βελτίωση των υπηρεσιών υγείας, την αύξηση των προληπτικών ελέγχων ή την καλύτερη διάγνωση.
Επεσήμαναν ότι η παχυσαρκία δεν εξαρτάται από ιατρική διάγνωση και ότι ο διαβήτης εντοπίστηκε επίσης με βάση αντικειμενικούς βιολογικούς δείκτες.
Οι συγκρίσεις για την ψυχική υγεία βασίστηκαν σε αυτοαναφορές συμπτωμάτων κατάθλιψης και άγχους, χρησιμοποιώντας καθιερωμένες μεθόδους που έχουν σχεδιαστεί ώστε να επιτρέπουν δίκαιες συγκρίσεις μεταξύ γενεών.
Γιατί οι νεότερες γενιές είναι λιγότερο υγιείς από τις προηγούμενες;
Οι ερευνητές υπογράμμισαν ότι χρειάζονται περισσότερα δεδομένα για να κατανοηθούν οι παράγοντες που τροφοδοτούν αυτή την τάση, η οποία πιθανότατα έχει διαμορφωθεί από τη μεταβαλλόμενη έκθεση σε κοινωνικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες κινδύνου, όπως οι ανθυγιεινές διατροφικές συνήθειες και η μειωμένη σωματική δραστηριότητα. Προσέθεσαν ότι πολλοί από αυτούς τους παράγοντες είναι σε μεγάλο βαθμό προλήψιμοι.
Η ερευνητική ομάδα προειδοποίησε ότι η τάση αυτή μπορεί να έχει σημαντικές επιπτώσεις στη δημόσια πολιτική και στον σχεδιασμό των υπηρεσιών υγείας. Ανέφεραν ότι ίσως απαιτηθούν μεγαλύτερες επενδύσεις για την υποστήριξη του αυξανόμενου αριθμού ανθρώπων που ζουν με χρόνια προβλήματα υγείας.
«Αν οι πιο πρόσφατες γενιές ‘οπισθοδρομούν’ ως προς την υγεία τους, αυτό σημαίνει ότι η κοινωνία δεν φτάνει τα βιολογικά όρια βελτίωσης της υγείας», δήλωσε η Λόρα Χιμένο, κύρια συγγραφέας της μελέτης και υποψήφια διδάκτορας στο Centre for Longitudinal Studies του University College London. «Αντίθετα, βλέπουμε τις συνέπειες από προλήψιμους κοινωνικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες έκθεσης, οι οποίοι έχουν διαμορφώσει την υγεία του πληθυσμού διαχρονικά και από γενιά σε γενιά».
Οι ερευνητές αναγνώρισαν ότι οι παλαιότερες βρετανικές μελέτες κοορτών γέννησης περιλαμβάνουν μικρότερη εθνοτική ποικιλομορφία σε σχέση με τον σημερινό πληθυσμό του Ηνωμένου Βασιλείου στην ίδια ηλικία.
Ωστόσο, αναφέρουν ότι παρόμοια μοτίβα έχουν εντοπιστεί και σε άλλες μελέτες που χρησιμοποιούν πιο αντιπροσωπευτικά, από εθνοτική άποψη, σύνολα δεδομένων.
Σχεδόν το ένα τρίτο του πληθυσμού της ΕΕ εκτιμάται ότι θα είναι ηλικίας 65 ετών και άνω έως το 2050, σύμφωνα με έρευνα για τη γήρανση του πληθυσμού στην Ευρώπη (πηγή στα Αγγλικά).
gr.euronews
The post «Γενεακή υγειονομική ολίσθηση»: Οι νέοι δεν γίνονται πιο υγιείς, δείχνει βρετανική μελέτη appeared first on SciNews.eu.