Την παραίτησή του από την πενταμελή ανακριτική ομάδα που διορίστηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο για τη διερεύνηση του πορίσματος της Ανεξάρτητης Αρχής κατά της Διαφθοράς για το «Κράτος Μαφία» υπέβαλε ο Χρίστος Μυλωνόπουλος.
Η αποχώρηση του ομότιμου Καθηγητή Ποινικού Δικαίου του Πανεπιστημίου Αθηνών έρχεται μετά τις έντονες αντιδράσεις και την πολιτική θύελλα που προκλήθηκε γύρω από το ζήτημα πιθανής σύγκρουσης συμφέροντος.
Σύμφωνα με όσα μεταδόθηκαν, την παραίτησή του επιβεβαίωσε ο ίδιος ο Χρίστος Μυλωνόπουλος στον Alpha, βάζοντας τέλος στη συμμετοχή του στην ανακριτική ομάδα που είχε αναλάβει μια από τις πιο πολιτικά φορτισμένες υποθέσεις της τελευταίας περιόδου.
Ο κ. Μυλωνόπουλος βρέθηκε στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης, καθώς στο παρελθόν είχε διατελέσει συνήγορος υπεράσπισης του Μιχαήλ Ζολώτα στο αίτημα των κυπριακών Αρχών για την έκδοσή του από την Ελλάδα, στο πλαίσιο της διερεύνησης της υπόθεσης Focus.
Το γεγονός αυτό προκάλεσε ερωτήματα και αντιδράσεις για το κατά πόσο η συμμετοχή του στην ανακριτική ομάδα μπορούσε να δημιουργήσει ζήτημα αντικειμενικής ή θεσμικής σύγκρουσης, ιδιαίτερα σε μια υπόθεση με τόσο έντονο πολιτικό και δημόσιο ενδιαφέρον.
Το θέμα πήρε γρήγορα διαστάσεις, καθώς κόμματα και πολιτικά πρόσωπα έθεσαν ζήτημα χειρισμών, διαφάνειας και προληπτικής αξιολόγησης των πιθανών συγκρούσεων πριν από τον διορισμό των μελών της ανακριτικής ομάδας.
Στο ίδιο πλαίσιο πολιτικών αντιδράσεων εντάχθηκαν και αναφορές για τον Δημήτρη Τσολακκίδη, δικηγόρο Ποινικού Δικαίου και μέλος της Επιτροπής Ποινικής Δικαιοσύνης του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, ο οποίος ήταν ένας από τους λειτουργούς της Αρχής Κατά της Διαφθοράς που διερεύνησαν τις χρηματικές εισφορές στον ΔΗΣΥ μέσω χρυσών διαβατηρίων.
Νωρίτερα, ερωτηθείς για το κατά πόσο το ζήτημα που αφορούσε τον κ. Μυλωνόπουλο θα έπρεπε να είχε ανακοινωθεί, ο Αναπληρωτής Κυβερνητικός Εκπρόσωπος, Γιάννης Αντωνίου, ανέφερε ότι θα μπορούσε να είχε γίνει γνωστό πως ο κ. Μυλωνόπουλος θα εξαιρείτο από το συγκεκριμένο μέρος της διερεύνησης.
Η παραίτηση Μυλωνόπουλου δημιουργεί πλέον νέο δεδομένο για την ανακριτική ομάδα και αναμένεται να επαναφέρει στο προσκήνιο το ερώτημα κατά πόσο οι διορισμοί σε τέτοιες υποθέσεις πρέπει να συνοδεύονται από αυστηρότερο θεσμικό έλεγχο, ώστε να αποφεύγονται σκιές, πολιτικές αντιδράσεις και αμφισβήτηση της διαδικασίας.