Οι νέες απειλές για αποκλεισμό των Στενών του Ορμούζ επαναφέρουν τον φόβο μιας παγκόσμιας ενεργειακής κρίσης, εκτοξεύοντας τις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Νέα ισχυρή αναταραχή προκάλεσαν στις διεθνείς αγορές ενέργειας οι πληροφορίες ότι η Τεχεράνη διακόπτει τις διπλωματικές επαφές με τις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ παράλληλα εξετάζονται κινήσεις για τον πλήρη αποκλεισμό των Στενών του Ορμούζ, του σημαντικότερου ενεργειακού περάσματος στον κόσμο.
Η αντίδραση των αγορών ήταν άμεση. Οι τιμές του πετρελαίου κατέγραψαν άλμα άνω των 6 δολαρίων ανά βαρέλι μέσα σε λίγες ώρες, καθώς οι επενδυτές προχώρησαν σε μαζικές αγορές υπό τον φόβο μιας νέας μεγάλης διαταραχής στις παγκόσμιες ενεργειακές ροές.
Σύμφωνα με το ιρανικό πρακτορείο Tasnim, η διαπραγματευτική ομάδα της Τεχεράνης έχει σταματήσει την ανταλλαγή μηνυμάτων με την Ουάσιγκτον, ενώ περιφερειακοί σύμμαχοι του Ιράν εξετάζουν σενάρια που περιλαμβάνουν όχι μόνο το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ αλλά και παρεμβάσεις σε άλλες στρατηγικές θαλάσσιες οδούς, όπως το Στενό Μπαμπ αλ Μαντέμπ, που συνδέει την Ερυθρά Θάλασσα με τον Ινδικό Ωκεανό.
Το Ορμούζ παραμένει το κλειδί της παγκόσμιας αγοράς πετρελαίου
Η σημασία των Στενών του Ορμούζ για την παγκόσμια οικονομία είναι τεράστια. Από το συγκεκριμένο πέρασμα διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας κατανάλωσης πετρελαίου, καθώς και σημαντικό μέρος των εξαγωγών υγροποιημένου φυσικού αερίου από τις χώρες του Κόλπου.
Οποιαδήποτε σοβαρή διακοπή της ναυσιπλοΐας θα μπορούσε να προκαλέσει αλυσιδωτές επιπτώσεις στις τιμές της ενέργειας, στις μεταφορές, στη βιομηχανία και τελικά στον παγκόσμιο πληθωρισμό.
Οι αγορές φοβούνται ότι ακόμη και χωρίς πλήρες κλείσιμο του περάσματος, η αύξηση του ασφαλιστικού κόστους, οι καθυστερήσεις και οι κίνδυνοι για τα δεξαμενόπλοια αρκούν για να δημιουργήσουν νέες πιέσεις στις τιμές.
Ράλι σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο
Περί τις 18:15 ώρα Ελλάδος, το Brent είχε εκτιναχθεί στα 97,70 δολάρια ανά βαρέλι, πλησιάζοντας το ψυχολογικό όριο των 100 δολαρίων.
Ακόμη πιο έντονη ήταν η κίνηση στο αμερικανικό αργό WTI, το οποίο κατέγραφε άνοδο περίπου 8%, διαμορφούμενο στα 94,70 δολάρια το βαρέλι.
Παράλληλα, ισχυρές πιέσεις καταγράφηκαν και στην αγορά φυσικού αερίου, όπου οι τιμές ενισχύθηκαν κατά 6,6%, φτάνοντας τα 49 ευρώ ανά μεγαβατώρα.
Η εικόνα αυτή ενισχύει τις ανησυχίες ότι η ενεργειακή κρίση μπορεί να εισέλθει σε μια νέα, πιο επικίνδυνη φάση, με σημαντικές συνέπειες για νοικοκυριά, επιχειρήσεις και κυβερνήσεις.
Η σύγκρουση επεκτείνεται
Η ενεργειακή αναστάτωση έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η στρατιωτική ένταση στην περιοχή συνεχίζει να κλιμακώνεται.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν έχουν ανταλλάξει νέα πλήγματα τις τελευταίες ημέρες, ενώ το Ισραήλ ανακοίνωσε περαιτέρω στρατιωτικές επιχειρήσεις στον Λίβανο εναντίον της Χεζμπολάχ, η οποία θεωρείται ο σημαντικότερος περιφερειακός σύμμαχος της Τεχεράνης.
Η γεωγραφική διεύρυνση της σύγκρουσης αυξάνει τον κίνδυνο εμπλοκής περισσότερων χωρών και δημιουργεί νέες αβεβαιότητες για τις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες.
Οι κεντρικές τράπεζες σε δύσκολη θέση
Η νέα άνοδος στις τιμές της ενέργειας περιπλέκει σημαντικά το έργο των κεντρικών τραπεζών.
Τόσο η Federal Reserve όσο και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα βρίσκονται αντιμέτωπες με τον κίνδυνο ενός νέου πληθωριστικού κύματος, τη στιγμή που οι αγορές ανέμεναν σταδιακή αποκλιμάκωση των πιέσεων στις τιμές.
Η παραμονή του πετρελαίου κοντά στα 100 δολάρια θα μπορούσε να αναγκάσει τις νομισματικές αρχές να διατηρήσουν υψηλά επιτόκια για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, επηρεάζοντας την ανάπτυξη και τις χρηματοπιστωτικές αγορές.
Οι τελευταίες εξελίξεις δείχνουν ότι η ενεργειακή αγορά έχει περάσει από το στάδιο της αβεβαιότητας στο στάδιο του πραγματικού φόβου για διακοπή των παγκόσμιων ροών πετρελαίου. Το όριο των 100 δολαρίων ανά βαρέλι βρίσκεται πλέον πολύ κοντά και, εάν επιβεβαιωθεί η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, οι αγορές θα αρχίσουν να τιμολογούν σενάρια ακόμη πιο ακραίας κλιμάκωσης. Σε αυτή την περίπτωση, οι συνέπειες δεν θα περιοριστούν στην ενέργεια, αλλά θα επεκταθούν στον πληθωρισμό, στις μεταφορές, στη βιομηχανία και τελικά στην παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη.