- Το Συμβούλιο Ειρήνης επικρίνεται ως παράλληλος μηχανισμός που παρακάμπτει και αποδυναμώνει τον ρόλο των Ηνωμένων Εθνών.
- Η προσωποκεντρική δομή, η ελλιπής διαβούλευση με συμμάχους και η απουσία απτών αποτελεσμάτων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα.
- Η συμμετοχή της Κυπριακής Δημοκρατίας αναδεικνύει μια αντίφαση για μια χώρα που στηρίζει διαχρονικά τη διεθνή επιχειρηματολογία της στα ψηφίσματα του ΟΗΕ.
Όταν ο Ντόναλντ Τραμπ ορκιζόταν πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, δήλωνε ότι η επιτυχία της θητείας του θα κρινόταν όχι μόνο από τις μάχες που θα κέρδιζε η Αμερική, αλλά κυρίως από τους πολέμους που θα τερμάτιζε και από εκείνους στους οποίους δεν θα εμπλεκόταν ποτέ. Ήθελε, όπως είπε, να μείνει στην ιστορία ως «ειρηνοποιός και ενοποιητής». Όπως εύστοχα παρατηρεί η πρόεδρος του Chicago Council on Global Affairs Leslie Vinjamuri, σε αυτή ακριβώς τη διακήρυξη βρίσκεται το μεγάλο παράδοξο της εξωτερικής πολιτικής του. Ότι δηλαδή επιδιώκει να εμφανιστεί ως ειρηνοποιός μέσα από πρωτοβουλίες που αντί να ενισχύουν το διεθνές σύστημα, το παρακάμπτουν και το υπονομεύουν.
Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι το λεγόμενο Συμβούλιο Ειρήνης του Τραμπ. Μια πρωτοβουλία που παρουσιάστηκε ως καινοτόμος απάντηση στις αδυναμίες της διεθνούς διπλωματίας, αλλά που μέχρι σήμερα έχει δημιουργήσει περισσότερα ερωτήματα παρά αποτελέσματα.
Το πρώτο και σημαντικότερο πρόβλημα είναι θεσμικό. Η δημιουργία ενός παράλληλου μηχανισμού διεθνούς διαμεσολάβησης υπονομεύει τον ρόλο των Ηνωμένων Εθνών. Παρά τις αδυναμίες τους, τα ΗΕ παραμένουν ο μοναδικός οργανισμός με καθολική διεθνή νομιμοποίηση για τη διατήρηση της ειρήνης. Η ίδρυση ενός νέου κέντρου λήψης αποφάσεων δεν ενισχύει τη διεθνή τάξη, αντίθετα την αποδυναμώνει.
Δεν είναι μυστικό ότι ο Τραμπ αντιμετωπίζει με δυσπιστία τους πολυμερείς θεσμούς. Το Συμβούλιο Ειρήνης εντάσσεται σε αυτή τη λογική, αντικαθιστώντας το διεθνές πλαίσιο με μια δομή που λειτουργεί υπό την πολιτική επιρροή της Ουάσιγκτον και του ίδιου του Αμερικανού προέδρου.
Εξίσου προβληματική είναι η ίδια η δομή του οργάνου. Ένα Συμβούλιο με ισόβιο πρόεδρο δύσκολα μπορεί να πείσει ότι υπηρετεί την ισοτιμία και τη συλλογική λήψη αποφάσεων. Η ειρήνη δεν οικοδομείται με προσωποκεντρικά μοντέλα εξουσίας, αλλά με θεσμούς, διαφάνεια και λογοδοσία.
Ανησυχία προκαλεί και ο τρόπος με τον οποίο προωθήθηκε η πρωτοβουλία. Οι βασικοί σύμμαχοι των ΗΠΑ, ιδιαίτερα στην Ευρώπη, δεν φαίνεται να συμμετείχαν σε ουσιαστική διαβούλευση πριν από τις ανακοινώσεις. Μάλλον βρέθηκαν προ τετελεσμένων. Μια πρακτική που περισσότερο παραπέμπει σε αλαζονεία, υπεροψία και μονομερή άσκηση ισχύος παρά σε συνεργασία μεταξύ συμμάχων.
Ερωτηματικά προκαλεί και η στάση των κρατών που έσπευσαν να στηρίξουν την πρωτοβουλία, ανάμεσά τους και η Κυπριακή Δημοκρατία. Η Κύπρος στηρίζει διαχρονικά τη διεθνή επιχειρηματολογία της στα ψηφίσματα και τις αποφάσεις των Ηνωμένων Εθνών. Πώς, λοιπόν, συμβιβάζεται αυτή η θέση με τη στήριξη μιας πρωτοβουλίας που δημιουργεί έναν παράλληλο μηχανισμό διαχείρισης διεθνών κρίσεων έξω από το πλαίσιο του ΟΗΕ; Πρόκειται για μια αντίφαση που η κυπριακή κυβέρνηση οφείλει να εξηγήσει.
Η μεγαλύτερη, όμως, κριτική αφορά τα αποτελέσματα. Ή ακριβέστερα, την απουσία τους.
Μετά από μήνες λειτουργίας, το Συμβούλιο Ειρήνης δεν έχει να επιδείξει κάποια ουσιαστική επιτυχία. Οι συγκρούσεις συνεχίζονται, οι διεθνείς εντάσεις παραμένουν και οι μεγάλες εξαγγελίες δεν μεταφράστηκαν σε απτά αποτελέσματα.
Χαρακτηριστική είναι η πρόσφατη ανακοίνωση περί αφοπλισμού της Χαμάς, η οποία αποδείχθηκε επικοινωνιακό πυροτέχνημα, καθώς ακόμη και οι άμεσα εμπλεκόμενες πλευρές έδειξαν να μην συμφωνούν με όσα παρουσιάστηκαν.
Μέχρι σήμερα, το Συμβούλιο Ειρήνης του Τραμπ δεν έχει δικαιώσει τον τίτλο του. Έχει παράξει περισσότερο θόρυβο παρά αποτελέσματα.
Ω.