Δημοσίευμα της Hürriyet αναφέρει ότι η Άγκυρα ολοκλήρωσε την πώληση των ρωσικών S-400 σε χώρα του Κόλπου, με πιθανότερους αγοραστές τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ή το Κατάρ. Αν επιβεβαιωθεί, η εξέλιξη ενδέχεται να ανοίξει τον δρόμο για άρση των αμερικανικών κυρώσεων και επαναπροσέγγιση με το πρόγραμμα των F-35.
Η Τουρκία ενδέχεται να βρίσκεται μπροστά σε μία από τις σημαντικότερες αμυντικές και γεωπολιτικές κινήσεις των τελευταίων ετών. Σύμφωνα με πληροφορίες που δημοσίευσε η φιλοκυβερνητική τουρκική εφημερίδα Hürriyet, η Άγκυρα έχει προχωρήσει στην πώληση του ρωσικού αντιαεροπορικού συστήματος S-400 σε τρίτη χώρα του Κόλπου, με την επίσημη ανακοίνωση να αναμένεται εντός της ημέρας.
Το δημοσίευμα, που υπογράφει ο γνωστός πολιτικός αναλυτής Αμπντουλκαντίρ Σελβί, αναφέρει ότι οι διαπραγματεύσεις ολοκληρώθηκαν έπειτα από πολύμηνες επαφές και ότι μέχρι αργά το βράδυ της προηγούμενης ημέρας επιλύονταν οι τελευταίες τεχνικές και νομικές λεπτομέρειες της συμφωνίας.
Τα δύο επικρατέστερα σενάρια
Παρότι δεν κατονομάζεται ο αγοραστής, ο Σελβί σημειώνει ότι οι πληροφορίες συγκλίνουν σε δύο χώρες της Μέσης Ανατολής.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, οι πιθανότεροι αποδέκτες των S-400 είναι:
- Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα
- Το Κατάρ
Ο ίδιος, πάντως, επισημαίνει ότι απαιτείται αναμονή μέχρι την επίσημη επιβεβαίωση της τουρκικής κυβέρνησης.
Γιατί οι S-400 παραμένουν τόσο κρίσιμο ζήτημα
Η αγορά των S-400 από τη Ρωσία το 2019 αποτέλεσε μία από τις μεγαλύτερες κρίσεις στις σχέσεις Άγκυρας – Ουάσιγκτον.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες υποστήριξαν ότι το ρωσικό σύστημα θα μπορούσε να συλλέγει ευαίσθητα δεδομένα για τα μαχητικά F-35, γεγονός που οδήγησε:
- στον αποκλεισμό της Τουρκίας από το πρόγραμμα των F-35,
- στην επιβολή κυρώσεων βάσει του νόμου CAATSA,
- και σε σοβαρή επιδείνωση των αμυντικών σχέσεων μεταξύ των δύο συμμάχων του ΝΑΤΟ.
Έκτοτε, η Άγκυρα αναζητούσε τρόπους εξομάλυνσης των σχέσεων χωρίς να εμφανιστεί ότι υπαναχωρεί πλήρως από την απόφαση αγοράς του ρωσικού συστήματος.
Το σενάριο που μπορεί να αλλάξει τα δεδομένα
Η ίδια η Hürriyet είχε αποκαλύψει μία ημέρα νωρίτερα ότι η μεταβίβαση των S-400 σε τρίτη χώρα εξεταζόταν ως η πλέον ρεαλιστική λύση για να ξεπεραστεί το αδιέξοδο με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, στην Ουάσιγκτον θεωρούν ότι μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να αποτελέσει βάση για:
- σταδιακή άρση των κυρώσεων CAATSA,
- αποκατάσταση της αμυντικής συνεργασίας,
- επανεκκίνηση των συνομιλιών γύρω από το πρόγραμμα των F-35, χωρίς όμως να σημαίνει αυτόματα πλήρη επανένταξη της Τουρκίας.
Ο ρόλος της Ρωσίας
Υπάρχει, ωστόσο, ένα σημαντικό εμπόδιο.
Η συμφωνία αγοράς των S-400 μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας προβλέπει ότι οποιαδήποτε μεταβίβαση του συστήματος σε τρίτη χώρα απαιτεί προηγούμενη έγκριση της Μόσχας.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες της τουρκικής εφημερίδας, η ρωσική πλευρά δεν εμφανιζόταν αρνητική σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, γεγονός που ερμηνεύεται ως ένδειξη ότι έχουν προηγηθεί διαβουλεύσεις μεταξύ των δύο πλευρών.
Εφόσον αυτό επιβεβαιωθεί, η συμφωνία θα αποτελέσει ένα ιδιαίτερα σύνθετο διπλωματικό εγχείρημα, καθώς θα έχει επιτευχθεί με τη συναίνεση τόσο της Ρωσίας όσο και, εμμέσως, των Ηνωμένων Πολιτειών.
Γιατί η υπόθεση έχει ευρύτερη σημασία
Η πιθανή πώληση των S-400 δεν αφορά μόνο ένα οπλικό σύστημα.
Αγγίζει τον συνολικό γεωπολιτικό προσανατολισμό της Τουρκίας, τις σχέσεις της με τη Δύση, τη θέση της στο ΝΑΤΟ και τη στρατηγική ισορροπία στη Μέση Ανατολή.
Αν επιβεβαιωθούν οι πληροφορίες, η Άγκυρα θα επιχειρήσει να απομακρύνει το μεγαλύτερο εμπόδιο στις σχέσεις της με την Ουάσιγκτον, διατηρώντας ταυτόχρονα ανοικτούς τους διαύλους συνεργασίας με τη Μόσχα.
Η επίσημη ανακοίνωση που αναμένεται μέσα στις επόμενες ώρες ενδέχεται να αποτελέσει σημείο καμπής για τις αμερικανοτουρκικές σχέσεις και να επηρεάσει τις ισορροπίες ασφαλείας σε ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή.
Strategist View
Εάν η μεταβίβαση των S-400 επιβεβαιωθεί, η Τουρκία θα έχει πετύχει μια σύνθετη διπλωματική εξίσωση: να απομακρύνει ένα από τα βασικότερα εμπόδια στις σχέσεις της με τις ΗΠΑ χωρίς να έρθει σε ανοιχτή σύγκρουση με τη Ρωσία. Το αν αυτή η κίνηση θα οδηγήσει πράγματι σε άρση των κυρώσεων CAATSA ή σε επανεκκίνηση της συνεργασίας για τα F-35 θα εξαρτηθεί από τις πολιτικές αποφάσεις στην Ουάσιγκτον, όμως η εξέλιξη δείχνει ότι η γεωπολιτική διαπραγμάτευση γύρω από την Τουρκία εισέρχεται σε νέα φάση.