- Ο Ντόναλντ Τραμπ κατηγορεί τις ExxonMobil και Chevron ότι αποκομίζουν υπερβολικά κέρδη από την ενεργειακή κρίση.
- Τα κέρδη του δεύτερου τριμήνου έφτασαν τα 14,53 δισ. δολάρια για την ExxonMobil και τα 12,07 δισ. δολάρια για τη Chevron.
- Η παρέμβαση ανοίγει μέτωπο ανάμεσα στον Λευκό Οίκο και την Big Oil, ενώ το κόστος καυσίμων μετατρέπεται σε κεντρικό πολιτικό ζήτημα.
Νέο μέτωπο με δύο από τους ισχυρότερους εταιρικούς συμμάχους της αμερικανικής ενεργειακής πολιτικής ανοίγει ο Ντόναλντ Τραμπ. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ κατηγόρησε τις ExxonMobil και Chevron ότι κερδίζουν υπερβολικά από την αναστάτωση στην αγορά πετρελαίου και τις κάλεσε να μειώσουν τις τιμές στην αντλία.
«Δεν μου αρέσει αυτό. Κερδίζουν υπερβολικά πολλά χρήματα», δήλωσε ο Τραμπ, υποστηρίζοντας ότι οι εταιρείες επωφελούνται από τις ελλείψεις. Πρόσθεσε ότι ένα μέρος των αυξημένων κερδών θα πρέπει να επιστρέψει στους πολίτες μέσω χαμηλότερων τιμών λιανικής.
Κέρδη 26,6 δισ. δολαρίων σε ένα τρίμηνο
Η παρέμβασή του ακολούθησε την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων του δεύτερου τριμήνου. Η ExxonMobil εμφάνισε καθαρά κέρδη 14,53 δισ. δολαρίων, υπερδιπλάσια σε ετήσια βάση, ενώ τα έσοδά της αυξήθηκαν κατά 42%, στα 116,02 δισ. δολάρια.
Η Chevron ανακοίνωσε κέρδη 12,07 δισ. δολαρίων και έσοδα 70,06 δισ. δολαρίων, αυξημένα κατά 56%. Συνολικά, οι δύο εταιρείες κέρδισαν περίπου 26,6 δισ. δολάρια μέσα σε τρεις μήνες.
Σύμφωνα με το Associated Press, η τιμή του αμερικανικού αργού κινήθηκε μέσα στην περίοδο από περίπου 68 έως 115 δολάρια το βαρέλι. Οι εταιρείες δεν καθορίζουν μόνες τους την τιμή του πετρελαίου, όμως η άνοδος των διεθνών τιμών και τα υψηλά περιθώρια διύλισης ενίσχυσαν θεαματικά τα αποτελέσματά τους.
Η στρατηγική αντίφαση του Λευκού Οίκου
Η επίθεση έχει ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα. Ο Τραμπ έχει οικοδομήσει την ενεργειακή ατζέντα του γύρω από την αύξηση της αμερικανικής παραγωγής, την απορρύθμιση και τη στενή συνεργασία με τον κλάδο των ορυκτών καυσίμων. Τώρα ζητά από τις ίδιες εταιρείες να απορροφήσουν μέρος του κόστους μιας γεωπολιτικής κρίσης που εκτόξευσε τις τιμές.
Το κλείσιμο μεγάλου μέρους της κίνησης στα Στενά του Ορμούζ και οι ζημιές σε ενεργειακές υποδομές περιόρισαν την προσφορά. Η Υπηρεσία Ενεργειακών Πληροφοριών των ΗΠΑ υπολογίζει ότι από τη συγκεκριμένη δίοδο περνούσαν περίπου 20 εκατ. βαρέλια ημερησίως, ποσότητα που αντιστοιχεί σχεδόν στο ένα πέμπτο της παγκόσμιας κατανάλωσης πετρελαίου και υγρών καυσίμων.
Η πολιτική πίεση προς τις πετρελαϊκές δεν λύνει από μόνη της το πρόβλημα της προσφοράς. Οι τιμές στην αντλία εξαρτώνται από το αργό, τη διύλιση, τα αποθέματα, τη μεταφορά, τους φόρους και τον χρόνο με τον οποίο οι μεταβολές περνούν στη λιανική.
Το κόστος ζωής επιστρέφει στην πρώτη γραμμή
Με τις ενδιάμεσες εκλογές να πλησιάζουν, η ακρίβεια στα καύσιμα γίνεται ξανά κεντρικός πολιτικός κίνδυνος. Οι Δημοκρατικοί προωθούν την ιδέα φορολόγησης των έκτακτων κερδών των μεγάλων παραγωγών, ενώ ο Τραμπ επιχειρεί να μεταφέρει την ευθύνη στις εταιρείες και να δείξει ότι πιέζει για άμεσες μειώσεις.
Το πραγματικό διακύβευμα είναι αν η Ουάσιγκτον μπορεί να απαιτεί ταυτόχρονα υψηλή παραγωγή, μεγάλες επενδύσεις, φθηνά καύσιμα και περιορισμένα εταιρικά κέρδη μέσα σε μια πολεμική ενεργειακή κρίση. Η σύγκρουση Τραμπ–Big Oil δείχνει ότι αυτή η ισορροπία γίνεται όλο και δυσκολότερη.