Νέα διάσταση στην υπόθεση Videogate δίνει το πόρισμα του ανεξάρτητου ποινικού ανακριτή Ανδρέα Πασχαλίδη, το οποίο παραδόθηκε στον Γενικό Εισαγγελέα στις 17 Ιουλίου 2026. Η μέχρι τώρα έρευνα δεν εντόπισε παραβίαση του Ποινικού Κώδικα από τους Κύπριους που εμφανίζονται στο επίμαχο υλικό, ενώ καταλήγει ότι το βίντεο που δημοσιοποιήθηκε στις 8 Ιανουαρίου 2026 ήταν προϊόν επεξεργασίας και είχε ελάχιστη, αν όχι μηδενική, αποδεικτική αξία.
Το σημαντικότερο πολιτικό και θεσμικό συμπέρασμα, ωστόσο, υπερβαίνει τα πρόσωπα που εμφανίστηκαν στα πλάνα. Σύμφωνα με τη διαπίστωση του ανακριτή, η επιχείρηση φαίνεται να είχε στόχο να πληγεί η Κυπριακή Δημοκρατία και μπορεί να αξιολογηθεί ως μορφή υβριδικής επίθεσης. Η ταυτότητα του πελάτη που ανέθεσε την παραγωγή παραμένει άγνωστη και γι’ αυτό η έρευνα συνεχίζεται έως τις 31 Δεκεμβρίου 2026.
Από το οκτάλεπτο βίντεο στις 26 ώρες πρωτογενούς υλικού
Η δημόσια εικόνα της υπόθεσης διαμορφώθηκε αρχικά από ένα σύντομο, μονταρισμένο βίντεο. Η ανακριτική ομάδα, όμως, κατάφερε να εξασφαλίσει το πλήρες οπτικοακουστικό αρχείο, συνολικής διάρκειας περίπου 26 ωρών. Σε αυτό εμφανίζονται, πέραν των τριών προσώπων που πρωταγωνίστησαν στο δημοσιευμένο υλικό, και άλλες προσωπικότητες από την πολιτική και επιχειρηματική ζωή της Κύπρου.
Η εξασφάλιση του αυθεντικού αρχείου έγινε με τη μεσολάβηση του Γενικού και του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα. Για λόγους δημοσίου συμφέροντος δόθηκε, υπό αυστηρούς όρους, ασυλία σε πρόσωπα που συμμετείχαν στην παραγωγή, την οργάνωση ή τη δημοσιοποίηση του υλικού, αποκλειστικά σε σχέση με αδικήματα που θα μπορούσαν να προκύψουν από αυτές τις ενέργειες, περιλαμβανομένων ζητημάτων προσωπικών δεδομένων.
Η διάκριση ανάμεσα στο μονταρισμένο βίντεο και στο πρωτογενές υλικό είναι κρίσιμη. Το πόρισμα θεωρεί ότι η επεξεργασία, η παράνομη μέθοδος συλλογής και η αποσπασματική παρουσίαση επηρεάζουν καθοριστικά την αποδεικτική αξία των πλάνων. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε συμπεριφορά που καταγράφηκε είναι πολιτικά αδιάφορη. Σημαίνει, όμως, ότι άλλο είναι η δημόσια εντύπωση και άλλο το κατώφλι που απαιτείται για την τεκμηρίωση ποινικού αδικήματος.
Ξένη εταιρεία, πράκτορες και άγνωστος πελάτης
Η έρευνα αποδίδει την ευθύνη για την παραγωγή του υλικού σε ιδιωτική εταιρεία ξένων συμφερόντων, εγγεγραμμένη στο εξωτερικό, η οποία δραστηριοποιείται διεθνώς στη συλλογή και παροχή πληροφοριών έναντι υψηλών αμοιβών. Για τη συγκεκριμένη επιχείρηση χρησιμοποιήθηκαν μη Κύπριοι πράκτορες, τα στοιχεία των οποίων έχουν περιέλθει στην κατοχή των ανακριτών.
Το αποφασιστικό κενό αφορά τον πραγματικό εντολέα. Παρά την ταυτοποίηση της εταιρείας, των εμπλεκομένων πρακτόρων και του πλήρους περιεχομένου των συνομιλιών, δεν έχει ακόμη αποκαλυφθεί ποιος πλήρωσε για την επιχείρηση ούτε ποια ήταν τα τελικά κίνητρά του. Το πόρισμα εισηγήθηκε τη συνέχιση των ερευνών ακριβώς γι’ αυτή την πτυχή και η εισήγηση έγινε αποδεκτή.
Η χρονική συγκυρία αποτελεί μέρος της αξιολόγησης. Η ανάρτηση έγινε μία ημέρα μετά την ανάληψη της Προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την Κύπρο και, κατά το πόρισμα, εμφάνιζε χαρακτηριστικά οργανωμένης καμπάνιας που παραπέμπει σε ευρύτερες επιχειρήσεις επιρροής εναντίον κρατών-μελών της ΕΕ. Παράλληλα, οι διαφορετικές ιστορίες επενδυτικού ενδιαφέροντος που παρουσιάστηκαν στους συνομιλητές δεν φαίνεται να συνάδουν πλήρως με την εκδοχή που δόθηκε για τα κίνητρα του πελάτη.
Τι διερευνήθηκε και τι δεν επιβεβαιώθηκε
Η ανακριτική ομάδα δεν περιορίστηκε στην τεχνική αυθεντικότητα του βίντεο. Εξέτασε συγκεκριμένους ισχυρισμούς που ακούγονταν στις συνομιλίες και θα μπορούσαν, εάν επιβεβαιώνονταν, να δημιουργήσουν σοβαρό ζήτημα διαφθοράς ή κατάχρησης εξουσίας.
Πρώτον, διερευνήθηκαν αναφορές για αθέμιτη κυβερνητική παρέμβαση ώστε συγκεκριμένος Ρώσος ολιγάρχης να μη συμπεριληφθεί στον ευρωπαϊκό κατάλογο κυρώσεων. Οι έρευνες έφτασαν σε υψηλόβαθμα κυβερνητικά στελέχη, χωρίς να προκύψει επιλήψιμη ενέργεια. Το συμπέρασμα ήταν ότι η κυπριακή πλευρά ενήργησε νομότυπα.
Δεύτερον, εξετάστηκε ισχυρισμός για ευνοϊκή μεταχείριση οικοδομικού έργου στην επαρχία Λεμεσού. Το πόρισμα χαρακτηρίζει τους σχετικούς ισχυρισμούς αβάσιμους, σημειώνοντας ότι οι αποφάσεις των αρμόδιων διοικήσεων δεν εμφάνιζαν κάτι μεμπτό.
Τρίτον, ελέγχθηκαν αναφορές για εισφορές σε μετρητά στις προεκλογικές εκστρατείες των τριών βασικών υποψηφίων για την Προεδρία της Δημοκρατίας, του Νίκου Χριστοδουλίδη, του Ανδρέα Μαυρογιάννη και του Αβέρωφ Νεοφύτου. Παρά την ένταση με την οποία το θέμα παρουσιάστηκε στις καταγεγραμμένες συζητήσεις, η έρευνα δεν εντόπισε επιλήψιμη πράξη ή στοιχείο διαφθοράς.
Τέταρτον, διερευνήθηκαν ζητήματα lobbying, με τη συνδρομή και της Ανεξάρτητης Αρχής κατά της Διαφθοράς. Ούτε από αυτή την πτυχή προέκυψε παράνομη συμπεριφορά. Πέμπτον, εξετάστηκαν οι καταγγελίες γύρω από το Ταμείο του Ανεξάρτητου Φορέα Κοινωνικής Στήριξης. Η ανακριτική ομάδα αξιοποίησε την έκθεση της Ελεγκτικής Υπηρεσίας και πίνακα δωρητών, καταλήγοντας ότι οι ισχυρισμοί περί ύποπτης διοχέτευσης χρημάτων δεν τεκμηριώθηκαν.
Οι «αερολογίες», τα συμβόλαια και το οικονομικό όφελος
Το πόρισμα χρησιμοποιεί ιδιαίτερα αυστηρή γλώσσα για όσα ακούγονται από ορισμένους εκ των Κυπρίων που εμφανίζονται στο υλικό. Η εκτίμηση του ανακριτή και της αστυνομικής ομάδας είναι ότι αρκετές αναφορές αποτελούσαν «αερολογίες» και «φαφλατισμούς», οι οποίοι στόχευαν στη δημιουργία εντυπώσεων γύρω από τα πρόσωπα και στην εξασφάλιση προσωπικού οικονομικού οφέλους.
Η πολιτική σημασία αυτού του ευρήματος δεν είναι αμελητέα. Ακόμη και εάν οι ισχυρισμοί για πρόσβαση και επιρροή δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, η επίκλησή τους ως εμπορεύσιμου πλεονεκτήματος εκθέτει θεσμικές αδυναμίες και τροφοδοτεί την καχυποψία των πολιτών. Το πόρισμα αναφέρει επίσης ότι υπογράφηκαν συμφωνίες εμπιστευτικότητας και παροχής υπηρεσιών με τους φερόμενους επενδυτές και ότι δύο από τους εμπλεκομένους άρχισαν να αποκομίζουν οικονομικό όφελος.
Όταν κλήθηκαν να εξηγήσουν τις δηλώσεις τους, μόνο ένας ανταποκρίθηκε θετικά και, σύμφωνα με τον ανακριτή, επιβεβαίωσε την εκτίμηση ότι επρόκειτο για υπερβολές με στόχο τον εντυπωσιασμό. Οι υπόλοιποι αρνήθηκαν να σχολιάσουν ή να τοποθετηθούν.
Δεν προκύπτει ποινικό αδίκημα, αλλά η αξιολόγηση συνεχίζεται
Από τη μαρτυρία που έχει εξασφαλιστεί έως σήμερα δεν προκύπτει παραβίαση του Ποινικού Κώδικα από οποιονδήποτε Κύπριο εμπλεκόμενο. Η διατύπωση «έως σήμερα» έχει σημασία, επειδή η έρευνα δεν έχει τερματιστεί και το πόρισμα θα αξιολογηθεί από τη Νομική Υπηρεσία.
Παράλληλα, εξετάστηκε κατά πόσο ενδέχεται να προκύπτουν ζητήματα βάσει του νόμου που κύρωσε τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την ποινικοποίηση της διαφθοράς, λόγω ενεργειών, υποσχέσεων, δηλώσεων και γενικότερης συμπεριφοράς. Στο σημείο αυτό ο ανακριτής και η Αστυνομία κατέγραψαν επιφυλάξεις, χωρίς να ανακοινωθεί οριστική νομική κατάληξη.
Συνεπώς, το πόρισμα δεν πρέπει να διαβαστεί ούτε ως απλή επιβεβαίωση του αρχικού βίντεο ούτε ως άνευ όρων πολιτική αθώωση όλων των συμπεριφορών. Σε επίπεδο ποινικής τεκμηρίωσης, οι βαριές καταγγελίες δεν επιβεβαιώθηκαν. Σε επίπεδο πολιτικής δεοντολογίας, όμως, παραμένουν ερωτήματα για τη χρήση υποτιθέμενης πρόσβασης στην εξουσία ως εργαλείου προσέλκυσης πελατών και για την ευκολία με την οποία μια οργανωμένη επιχείρηση μπόρεσε να δημιουργήσει συνθήκες θεσμικής κρίσης.
Το πραγματικό διακύβευμα της επόμενης φάσης
Η υπόθεση μετακινείται πλέον από το αρχικό ερώτημα «τι είπαν τα πρόσωπα στο βίντεο» σε ένα ευρύτερο ζήτημα εθνικής ασφάλειας: ποιος σχεδίασε, χρηματοδότησε και συντόνισε την επιχείρηση και με ποιον τελικό σκοπό. Η απάντηση θα κρίνει κατά πόσο το Videogate ήταν μια ιδιωτική επιχείρηση πολιτικής ή επιχειρηματικής πίεσης ή τμήμα οργανωμένης επιχείρησης επιρροής εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Μέχρι την ολοκλήρωση της έρευνας στις 31 Δεκεμβρίου 2026, η θεσμική πρόκληση είναι διπλή. Η Πολιτεία καλείται να προστατεύσει τη χώρα από επιχειρήσεις παραπληροφόρησης και χειραγώγησης, χωρίς να χρησιμοποιήσει την έννοια της υβριδικής απειλής ως λόγο αποφυγής της λογοδοσίας. Και το πολιτικό σύστημα οφείλει να αντιμετωπίσει τις συμπεριφορές που, ακόμη και όταν δεν συνιστούν ποινικά αδικήματα, δημιουργούν την εικόνα ότι η πρόσβαση και η επιρροή μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο συναλλαγής.