Η συμφωνία που υπέγραψαν οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν για τον τερματισμό της πολεμικής σύγκρουσης μπορεί να έφερε ανακούφιση στις διεθνείς αγορές, να οδήγησε σε αποκλιμάκωση των τιμών του πετρελαίου και να αποκατέστησε τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ, ωστόσο στο εσωτερικό των ΗΠΑ έχει ήδη προκαλέσει έντονη πολιτική αντιπαράθεση.
Ο Ντόναλντ Τραμπ παρουσιάζει τη συμφωνία ως μία ιστορική επιτυχία που αποτρέπει οριστικά την απόκτηση πυρηνικών όπλων από την Τεχεράνη. Όμως, όσο πλησιάζει η επίσημη υπογραφή της στην Ελβετία, αυξάνονται οι φωνές – ακόμη και από παραδοσιακούς συμμάχους του – που αμφισβητούν κατά πόσο το αποτέλεσμα δικαιολογεί το κόστος των τελευταίων τεσσάρων μηνών.
Η συζήτηση δεν αφορά μόνο το περιεχόμενο της συμφωνίας. Αφορά και το πολιτικό της συμβολισμό. Για πολλούς επικριτές του Αμερικανού προέδρου, το μεγάλο ερώτημα είναι αν τελικά ο Τραμπ κατέληξε σε μια συμφωνία που μοιάζει επικίνδυνα με εκείνη που ο ίδιος είχε καταγγείλει και ακυρώσει πριν από χρόνια.
Η σκιά του Ομπάμα επιστρέφει
Από το 2018, όταν αποχώρησε μονομερώς από το Κοινό Ολοκληρωμένο Σχέδιο Δράσης (JCPOA), ο Τραμπ είχε οικοδομήσει μεγάλο μέρος της εξωτερικής του πολιτικής πάνω στην κριτική προς τη συμφωνία του Μπαράκ Ομπάμα.
Την είχε χαρακτηρίσει «καταστροφική», υποστηρίζοντας ότι επέτρεπε στο Ιράν να διατηρήσει τις πυρηνικές του δυνατότητες με αντάλλαγμα οικονομικά οφέλη και χαλάρωση κυρώσεων.
Σήμερα, όμως, οι πολιτικοί του αντίπαλοι υποστηρίζουν ότι η νέα συμφωνία κινείται στην ίδια βασική λογική: περιορισμός του πυρηνικού προγράμματος με αντάλλαγμα οικονομικές και διπλωματικές παραχωρήσεις προς την Τεχεράνη.
Ο ίδιος ο Μπαράκ Ομπάμα επανήλθε στο προσκήνιο, δηλώνοντας ότι δεν βλέπει ουσιαστικές διαφορές μεταξύ των δύο συμφωνιών.
«Είναι αμφίβολο αν η νέα συμφωνία θα είναι σημαντικά διαφορετική ή καλύτερη από εκείνη που είχαμε αρχικά», δήλωσε σε συνέντευξή του στο ABC, υπενθυμίζοντας ότι το JCPOA λειτούργησε για χρόνια μέχρι την αποχώρηση των ΗΠΑ.
Οι συντηρητικοί βλέπουν υπερβολικές παραχωρήσεις
Η πιο επικίνδυνη πολιτικά εξέλιξη για τον Τραμπ είναι ότι η κριτική δεν προέρχεται μόνο από τους Δημοκρατικούς.
Αρκετοί Ρεπουμπλικάνοι, συντηρητικοί αναλυτές και φιλοϊσραηλινές οργανώσεις εκφράζουν ανοιχτά επιφυλάξεις για το περιεχόμενο της συμφωνίας.
Βασικό σημείο ανησυχίας αποτελεί το γεγονός ότι μέχρι στιγμής δεν έχει δημοσιοποιηθεί το πλήρες κείμενο του deal. Αυτό έχει δημιουργήσει ερωτήματα σχετικά με το τι ακριβώς δεσμεύεται να κάνει το Ιράν, ποιοι μηχανισμοί ελέγχου θα εφαρμοστούν και κατά πόσο προβλέπεται η πλήρης απομάκρυνση ή καταστροφή των πυρηνικών αποθεμάτων της χώρας.
Η γερουσιαστής των Ρεπουμπλικάνων Τζόνι Ερνστ ζήτησε επίσημα την παρουσίαση της συμφωνίας στο Κογκρέσο, υπογραμμίζοντας ότι πρόκειται για μια απόφαση στρατηγικής σημασίας που απαιτεί αυστηρό έλεγχο.
Ακόμη πιο αιχμηρός εμφανίστηκε ο γερουσιαστής Τζον Κένεντι, ο οποίος αμφισβήτησε ευθέως την αξιοπιστία της Τεχεράνης, δηλώνοντας ότι κανείς δεν μπορεί να είναι βέβαιος πως το Ιράν θα τηρήσει τις δεσμεύσεις του.
Το ακανθώδες ζήτημα των κυρώσεων και των επενδύσεων
Ένα ακόμη σημείο τριβής αφορά τα πιθανά οικονομικά ανταλλάγματα που περιλαμβάνει η συμφωνία.
Σύμφωνα με πληροφορίες που κυκλοφορούν στην Ουάσιγκτον, εξετάζεται η δημιουργία επενδυτικού ταμείου ύψους 300 δισεκατομμυρίων δολαρίων για την ενίσχυση της ιρανικής οικονομίας, καθώς και σημαντική χαλάρωση των οικονομικών κυρώσεων.
Αν και οι λεπτομέρειες δεν έχουν επιβεβαιωθεί επίσημα, η προοπτική αυτή προκαλεί έντονες αντιδράσεις σε κύκλους των Ρεπουμπλικάνων, οι οποίοι θεωρούν ότι η Τεχεράνη ενδέχεται να λάβει σημαντικά οικονομικά οφέλη χωρίς να δώσει επαρκείς εγγυήσεις για το πυρηνικό της πρόγραμμα.
Παράλληλα, υπάρχουν ανησυχίες και στο Ισραήλ σχετικά με πιθανές δεσμεύσεις που περιορίζουν μελλοντικές στρατιωτικές επιχειρήσεις εναντίον φιλοϊρανικών οργανώσεων στην περιοχή.
Οι αγορές πανηγυρίζουν, η πολιτική όχι
Σε αντίθεση με το πολιτικό σκηνικό, οι χρηματοπιστωτικές αγορές αντιμετώπισαν τη συμφωνία με ενθουσιασμό.
Η αποκλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή οδήγησε σε σημαντική πτώση των τιμών του πετρελαίου, ενώ οι διεθνείς χρηματιστηριακοί δείκτες κατέγραψαν ισχυρά κέρδη.
Η αποκατάσταση της ομαλής ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική για το παγκόσμιο εμπόριο, καθώς από την περιοχή διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας κατανάλωσης πετρελαίου.
Για τους επενδυτές, η συμφωνία μειώνει έναν από τους μεγαλύτερους γεωπολιτικούς κινδύνους της τελευταίας δεκαετίας.
Για τους πολιτικούς στην Ουάσιγκτον, όμως, η συζήτηση μόλις ξεκίνησε.
Strategist View
Η πραγματική μάχη γύρω από τη συμφωνία ΗΠΑ – Ιράν δεν θα δοθεί στις αγορές ούτε στα πεδία των συγκρούσεων, αλλά στην πολιτική αρένα της Ουάσιγκτον. Ο Ντόναλντ Τραμπ επιχείρησε να παρουσιάσει το deal ως την οριστική ανατροπή της στρατηγικής Ομπάμα. Ωστόσο, όσο περισσότερες λεπτομέρειες έρχονται στο φως, τόσο περισσότερο ενισχύεται η εντύπωση ότι οι δύο συμφωνίες ενδέχεται να έχουν περισσότερες ομοιότητες παρά διαφορές.
Εάν τελικά αποδειχθεί ότι η Τεχεράνη διατηρεί σημαντικό μέρος των πυρηνικών της δυνατοτήτων με αντάλλαγμα οικονομικά οφέλη και χαλάρωση κυρώσεων, ο Τραμπ θα βρεθεί αντιμέτωπος με μια πολιτικά δύσκολη πραγματικότητα: να υπερασπίζεται μια συμφωνία που για χρόνια κατηγορούσε ως αποτυχημένη. Και τότε το ερώτημα δεν θα είναι αν πέτυχε την ειρήνη, αλλά αν ο δρόμος που ακολούθησε ήταν τελικά πολύ διαφορετικός από εκείνον που ο ίδιος είχε απορρίψει.