Η ρωσική οικονομία εισέρχεται σε μια ολοένα πιο απαιτητική περίοδο, καθώς η παράταση του πολέμου στην Ουκρανία, οι αυξανόμενες στρατιωτικές δαπάνες και οι νέες αμερικανικές κυρώσεις δημιουργούν ένα ιδιαίτερα πιεστικό οικονομικό περιβάλλον για τη Μόσχα.
Παρά το γεγονός ότι η Ρωσία εξακολουθεί να αντλεί σημαντικά έσοδα από τις εξαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου, οι ενδείξεις επιβράδυνσης γίνονται ολοένα πιο εμφανείς, ενώ οι δημοσιονομικές ανάγκες αυξάνονται με ταχύτερο ρυθμό από την ανάπτυξη της οικονομίας.
Νέες κυρώσεις στο επίκεντρο
Η Ουάσιγκτον προωθεί νέο πακέτο κυρώσεων, το οποίο δεν περιορίζεται μόνο στη Ρωσία αλλά επεκτείνεται και στις χώρες που συνεχίζουν να αγοράζουν ρωσικό πετρέλαιο, φυσικό αέριο και ουράνιο.
Το σχέδιο προβλέπει την επιβολή υψηλών δασμών στις εισαγωγές από κράτη που διατηρούν ενεργειακές συναλλαγές με τη Μόσχα, επιχειρώντας να περιορίσει την κυριότερη πηγή εσόδων του ρωσικού κράτους.
Η ενέργεια εξακολουθεί να αποτελεί τον βασικό πυλώνα της ρωσικής οικονομίας, αποφέροντας περίπου 734 εκατ. ευρώ ημερησίως από εξαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Η ανάπτυξη χάνει δυναμική
Παρά το γεγονός ότι η ρωσική οικονομία εξακολουθεί να συγκαταλέγεται στις μεγαλύτερες διεθνώς, με εκτιμώμενο ΑΕΠ περίπου 2,6 τρισ. δολαρίων, οι προοπτικές ανάπτυξης επιδεινώνονται.
Οι προβλέψεις για το 2026 κάνουν λόγο για ανάπτυξη μόλις 0,4%, σημαντικά χαμηλότερη από το ήδη περιορισμένο 1% που εκτιμάται για το 2025.
Μετά την ανάκαμψη του 2023, όταν η οικονομία επωφελήθηκε από την ανακατεύθυνση των εξαγωγών προς την Ασία, η δυναμική αυτή φαίνεται να εξασθενεί, καθώς οι πολεμικές δαπάνες αυξάνονται και οι εξωτερικές πιέσεις εντείνονται.
Ο πόλεμος απορροφά ολοένα περισσότερους πόρους
Η μεγαλύτερη πρόκληση για τον ρωσικό προϋπολογισμό παραμένει η χρηματοδότηση της στρατιωτικής εκστρατείας.
Οι αμυντικές δαπάνες έχουν αυξηθεί στα 158,5 δισ. δολάρια, υπερτριπλάσιες σε σχέση με τα περίπου 47 δισ. δολάρια που δαπανούσε ετησίως η Ρωσία πριν από τον πόλεμο.
Παράλληλα, σύμφωνα με διαθέσιμες εκτιμήσεις, ο πολεμικός προϋπολογισμός έχει ήδη υπερβεί κατά δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια τις αρχικές προβλέψεις, ενώ αναμένονται νέες δημοσιονομικές υπερβάσεις τα επόμενα χρόνια.
Έρευνα του Πανεπιστημίου Στάνφορντ εκτιμά ότι το συνολικό οικονομικό κόστος της σύγκρουσης έχει πλέον ξεπεράσει τα 2,5 τρισ. δολάρια.
Η ενέργεια εξακολουθεί να αποτελεί «σανίδα σωτηρίας»
Η άνοδος των διεθνών τιμών του πετρελαίου κατά τη διάρκεια της πρόσφατης κρίσης στη Μέση Ανατολή πρόσφερε προσωρινή ανάσα στη ρωσική οικονομία.
Η ενίσχυση της τιμής του Brent βελτίωσε τα δημόσια έσοδα, αντισταθμίζοντας μέρος των απωλειών που είχαν προκαλέσει οι κυρώσεις και η πτώση των τιμών στις αρχές του έτους.
Ωστόσο, η εξάρτηση από τα ενεργειακά έσοδα καθιστά τη ρωσική οικονομία ιδιαίτερα ευάλωτη στις διακυμάνσεις των διεθνών αγορών και στις πιθανές νέες κυρώσεις που στοχεύουν τις εξαγωγές της.
Δημογραφικές πιέσεις και έλλειψη εργατικού δυναμικού
Παράλληλα με τις δημοσιονομικές προκλήσεις, η Ρωσία αντιμετωπίζει και σημαντικά προβλήματα στην αγορά εργασίας.
Η αμυντική βιομηχανία δυσκολεύεται να καλύψει τις αυξημένες ανάγκες παραγωγής, ενώ η έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού εντείνεται από τη μαζική αποχώρηση εργαζομένων στο εξωτερικό μετά την έναρξη του πολέμου.
Η περιορισμένη διαθεσιμότητα ανθρώπινου δυναμικού αυξάνει το κόστος παραγωγής και επηρεάζει τόσο τη στρατιωτική όσο και τη μη στρατιωτική οικονομική δραστηριότητα.
Πληθωρισμός και υψηλά επιτόκια
Οι πληθωριστικές πιέσεις παραμένουν έντονες.
Ο γενικός πληθωρισμός κινείται περίπου στο 6%, ενώ σε αρκετές κατηγορίες υπηρεσιών οι αυξήσεις τιμών παραμένουν αισθητά υψηλότερες.
Την ίδια στιγμή, το βασικό επιτόκιο της Κεντρικής Τράπεζας της Ρωσίας εξακολουθεί να διαμορφώνεται περίπου στο 14,25%, διατηρώντας υψηλό το κόστος δανεισμού για επιχειρήσεις και νοικοκυριά.
Οι υψηλές χρηματοδοτικές δαπάνες, σε συνδυασμό με τη μειωμένη κατανάλωση και τη μεταφορά σημαντικών κρατικών πόρων προς τη στρατιωτική οικονομία, επιβαρύνουν τη δραστηριότητα σε πολλούς μη στρατιωτικούς κλάδους.
Το επόμενο διάστημα θα είναι καθοριστικό
Παρά τις αυξανόμενες πιέσεις, η Ρωσία εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικά δημοσιονομικά εργαλεία και ενεργειακά έσοδα που της επιτρέπουν να χρηματοδοτεί τη συνέχιση του πολέμου.
Ωστόσο, η πιθανή εφαρμογή νέων δευτερογενών αμερικανικών κυρώσεων, σε συνδυασμό με τη διατήρηση υψηλών στρατιωτικών δαπανών και την επιβράδυνση της οικονομίας, ενδέχεται να αυξήσουν περαιτέρω τις προκλήσεις για τη ρωσική οικονομία τα επόμενα χρόνια.
MoneyMatters Insight
Η ανθεκτικότητα της ρωσικής οικονομίας έχει μέχρι σήμερα στηριχθεί σε τρεις βασικούς παράγοντες: τα υψηλά ενεργειακά έσοδα, τη δημοσιονομική παρέμβαση του κράτους και την ανακατεύθυνση του εμπορίου προς την Ασία. Όμως όσο ο πόλεμος παρατείνεται, οι στρατιωτικές δαπάνες αυξάνονται και οι κυρώσεις διευρύνονται, τόσο περισσότερο περιορίζονται τα περιθώρια προσαρμογής. Η επόμενη φάση θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό από την πορεία των διεθνών τιμών της ενέργειας, την αποτελεσματικότητα των νέων κυρώσεων και την ικανότητα της Ρωσίας να διατηρήσει την οικονομική της σταθερότητα χωρίς να υπονομεύσει τη μακροπρόθεσμη αναπτυξιακή της δυναμική.
The post Ρωσία: Η οικονομία επιβραδύνεται καθώς αυξάνονται οι πολεμικές δαπάνες appeared first on moneymatters.cy.