Η κυπριακή πιστωτική αγορά αποκτά δύο ταχύτητες: τα νοικοκυριά αυξάνουν τη ζήτηση για δάνεια, ενώ οι επιχειρήσεις κρατούν στάση αναμονής. Για τις τράπεζες, η απόκλιση αυτή είναι ταυτόχρονα εμπορική ευκαιρία και δοκιμασία διαχείρισης κινδύνου.
- Οι κυπριακές τράπεζες διατήρησαν αμετάβλητα κριτήρια και όρους στο β΄ τρίμηνο.
- Η ζήτηση από νοικοκυριά αυξήθηκε, ενώ η επιχειρηματική ζήτηση έμεινε σταθερή.
- Η τάση αναμένεται να συνεχιστεί και στο γ΄ τρίμηνο του 2026.
- Η εμπορική ανάπτυξη πρέπει να ισορροπήσει με αυστηρή αξιολόγηση της αντοχής των δανειοληπτών.
- Η ασθενής επιχειρηματική ζήτηση θέτει ερώτημα για την ποιότητα της επενδυτικής ανάκαμψης.
Η νέα Έρευνα Τραπεζικών Χορηγήσεων της ΚΤΚ για το β΄ τρίμηνο δεν δείχνει αλλαγή στην όρεξη των τραπεζών να αναλάβουν κίνδυνο. Τα πιστοδοτικά κριτήρια και οι συνολικοί όροι παρέμειναν σταθεροί σε επιχειρήσεις, στεγαστικά και καταναλωτική πίστη.
Η μετατόπιση προς το λιανικό χαρτοφυλάκιο
Η αύξηση της ζήτησης από νοικοκυριά μπορεί να στηρίξει νέα παραγωγή δανείων και έσοδα από τόκους. Ταυτόχρονα, όμως, αυξάνει την ανάγκη για προσεκτική τιμολόγηση. Οι τράπεζες καλούνται να ξεχωρίσουν τη βιώσιμη ζήτηση από τον δανεισμό που καλύπτει πίεση στο διαθέσιμο εισόδημα.
Στα στεγαστικά, η υψηλή αξία των ακινήτων μπορεί να δημιουργεί ισχυρές εξασφαλίσεις, αλλά δεν υποκαθιστά την ικανότητα αποπληρωμής. Στα καταναλωτικά, το μικρότερο ύψος ανά δάνειο συνοδεύεται συνήθως από μεγαλύτερο πιστωτικό κόστος και πιο ευαίσθητη συμπεριφορά σε περιόδους οικονομικής επιβράδυνσης.
Το επιχειρηματικό κενό
Η σταθερή ζήτηση από επιχειρήσεις είναι ίσως το πιο στρατηγικό εύρημα. Μια οικονομία που αναπτύσσεται χρειάζεται δανεισμό για παραγωγικές επενδύσεις, ψηφιοποίηση, ενέργεια και εξαγωγική ικανότητα. Όταν η πιστωτική επιτάχυνση προέρχεται κυρίως από νοικοκυριά, η σύνθεση της ανάπτυξης γίνεται λιγότερο παραγωγική.
Για τις τράπεζες, αυτό σημαίνει ότι δεν αρκεί η αναμονή για καλύτερα επενδυτικά σχέδια. Χρειάζονται εξειδικευμένα προϊόντα, ταχύτερη αξιολόγηση, συμβουλευτική υποστήριξη και καλύτερη σύνδεση με ευρωπαϊκά εργαλεία εγγυοδοσίας.
Τρία ζητήματα που πρέπει να παρακολουθούν οι διοικήσεις
Πρώτον, την ποιότητα των νέων στεγαστικών σε σχέση με εισόδημα και αξία ακινήτου. Δεύτερον, την πιθανότητα τα καταναλωτικά δάνεια να λειτουργούν ως υποκατάστατο χαμηλότερης αγοραστικής δύναμης. Τρίτον, τη διαφορά ανάμεσα σε επιχειρηματική ρευστότητα και χρηματοδότηση επενδύσεων.
Η προσδοκία για αμετάβλητα κριτήρια στο γ΄ τρίμηνο μειώνει τον κίνδυνο απότομης πιστωτικής σύσφιγξης. Δεν εξαλείφει, όμως, τον κίνδυνο λανθασμένης κατανομής κεφαλαίου.
Η ουσία δεν είναι αν θα δοθούν περισσότερα δάνεια, αλλά πού θα κατευθυνθούν και ποια πραγματική οικονομική αξία θα δημιουργήσουν. Εκεί θα κριθεί αν η νέα ζήτηση θα ενισχύσει τη βιώσιμη ανάπτυξη ή απλώς θα αυξήσει την έκθεση των νοικοκυριών σε χρέος.