Δρ. Παναγιώτης Αγησιλάου
Οικονομολόγος – Διευθύνων Σύμβουλος Trojan Economics
Τα επαναλαμβανόμενα πορίσματα και οι αποκαλύψεις για διαφθορά στην Κύπρο προκαλούν έντονη κοινωνική αντίδραση. Το πραγματικό ερώτημα, όμως, δεν είναι μόνο πώς πρόσωπα εκμεταλλεύτηκαν τη θέση ή την εξουσία τους. Είναι γιατί το σύστημά μας δημιουργεί συνθήκες μέσα στις οποίες τέτοιες συμπεριφορές μπορούν να αναπτυχθούν και να γίνουν ανεκτές.
Η διαφθορά δεν είναι απλώς ζήτημα ατομικής ηθικής. Είναι και οικονομικό φαινόμενο, το οποίο αναπτύσσεται όταν οι γνωριμίες και οι σχέσεις επιρροής αποδίδουν περισσότερο από την προσπάθεια, την ικανότητα και την παραγωγικότητα.
Στην πράξη, υποκαθιστά τον ανταγωνισμό με την εύνοια. Δεν επικρατεί ο καλύτερος, αλλά εκείνος που μπορεί να επηρεάσει τη διαδικασία επιλογής. Έτσι, θέσεις εργασίας, προαγωγές, δημόσιες συμβάσεις και οικονομικοί πόροι δεν κατευθύνονται εκεί όπου μπορούν να δημιουργήσουν τη μεγαλύτερη αξία, αλλά εκεί όπου υπάρχουν οι ισχυρότερες διασυνδέσεις.
Η κουλτούρα της εξαίρεσης
Το πρόβλημα δεν αρχίζει ούτε στις μεγάλες δημόσιες συμβάσεις ούτε στα υψηλά κλιμάκια της εξουσίας. Αρχίζει πολύ νωρίτερα, όταν η παράκαμψη των κανόνων θεωρείται επιτυχία και όχι αδικία σε βάρος όσων τους τηρούν.
Στο σχολείο, η υπερβολική έμφαση στον βαθμό οδηγεί ορισμένες φορές σε πιέσεις προς τους εκπαιδευτικούς και σε αναζήτηση ευνοϊκής μεταχείρισης. Το ίδιο μοτίβο εμφανίζεται και στον αθλητισμό, όταν οι σχέσεις των γονέων με προπονητές ή παράγοντες επηρεάζουν την επιλογή, τον χρόνο συμμετοχής ή την εξέλιξη ενός παιδιού περισσότερο από την προσπάθεια και την επίδοσή του. Αργότερα, στη στρατιωτική θητεία, η εξασφάλιση «βύσματος» για καλύτερη μετάθεση ή τοποθέτηση θεωρείται περίπου φυσιολογική.
Όταν αυτή η αντίληψη εμπεδώνεται από μικρή ηλικία, μεταφέρεται στην επαγγελματική και επιχειρηματική ζωή. Ο πολίτης αντιλαμβάνεται ότι η επένδυση σε μια γνωριμία μπορεί να έχει μεγαλύτερη απόδοση από την επένδυση στην εκπαίδευση, στην ποιότητα ή στην καινοτομία.
Από τη δημιουργία αξίας στην προσοδοθηρία
Στα οικονομικά, η επιδίωξη οφέλους μέσω της εξασφάλισης προνομίων, εξαιρέσεων ή προνομιακής πρόσβασης σε δημόσιους πόρους και ευκαιρίες περιγράφεται ως προσοδοθηρία (rent-seeking). Η δραστηριότητα αυτή δεν δημιουργεί νέα αξία, αλλά ανακατανέμει την υφιστάμενη προς όφελος εκείνων που διαθέτουν τη δυνατότητα να επηρεάζουν τις κρατικές αποφάσεις.
Μια επιχείρηση που θεωρεί ότι μπορεί να εξασφαλίσει δημόσια σύμβαση μέσω πολιτικής πρόσβασης έχει μικρότερο κίνητρο να μειώσει το κόστος, να βελτιώσει την ποιότητα ή να καινοτομήσει. Ένας επαγγελματίας που πιστεύει ότι η ανέλιξή του εξαρτάται περισσότερο από τις διασυνδέσεις του, παρά από την απόδοσή του, έχει μικρότερο κίνητρο να επενδύσει στις δεξιότητές του.
Η οικονομική ζημιά δεν περιορίζεται μόνον στην καταβολή μίζας. Μπορεί να προκύπτει και μέσα από πολιτικές παρεμβάσεις, προσωπικές εξυπηρετήσεις ή προνομιακή μεταχείριση. Τέτοιες πρακτικές δημιουργούν αντικίνητρα για επενδύσεις, καινοτομία και ανάπτυξη δεξιοτήτων, ενώ εκτοπίζουν από τις διαθέσιμες ευκαιρίες παραγωγικότερες επιχειρήσεις και ικανότερους ανθρώπους. Παράλληλα, εντείνουν τη διαρροή ανθρώπινου κεφαλαίου, καθώς οι νέοι και καταρτισμένοι άνθρωποι δεν μεταναστεύουν μόνο λόγω χαμηλότερων μισθών, αλλά και επειδή διαπιστώνουν ότι η προσπάθεια τους δεν ανταμείβεται και ότι οι κανόνες δεν εφαρμόζονται με τον ίδιο και δίκαιο τρόπο για όλους. Το αποτέλεσμα είναι χαμηλότερη παραγωγικότητα, ασθενέστερος ανταγωνισμός, υψηλότερο κόστος και υποδεέστερη ποιότητα προϊόντων και υπηρεσιών.
Η διαφθορά ως στρέβλωση του ανταγωνισμού
Μια δημόσια σύμβαση σχεδιασμένη φωτογραφικά για συγκεκριμένο οικονομικό φορέα δεν αποτελεί απλώς κατάχρηση της διαδικασίας. Αποτελεί μηχανισμό αποκλεισμού των ανταγωνιστών και προστασίας του ευνοούμενου από την πίεση του ανταγωνισμού. Με αυτόν τον τρόπο, η δημόσια σύμβαση παύει να είναι εργαλείο επιλογής της καλύτερης προσφοράς και μετατρέπεται σε εργαλείο αναπαραγωγής προνομίων.
Μια άδεια που παραχωρείται με αδιαφανή κριτήρια δημιουργεί τεχνητό εμπόδιο εισόδου. Μια πρόσληψη ή προαγωγή που βασίζεται σε πολιτική παρέμβαση δεν αδικεί μόνο έναν υποψήφιο, αλλά υποβαθμίζει την ποιότητα και την αποτελεσματικότητα της υπηρεσίας ή του φορέα στον οποίο πραγματοποιείται.
Δεν αρκεί να ζητούμε από τους ανθρώπους να είναι ηθικοί και έντιμοι. Πρέπει το ίδιο το σύστημα να περιορίζει τη δυνατότητα παρέμβασης, εύνοιας και εξυπηρέτησης και να διασφαλίζει ότι οι ευκαιρίες κατανέμονται με βάση την ικανότητα, την επίδοση και την αξία που δημιουργείται.
Όσο το «βύσμα» παραμένει ορθολογική επένδυση, η διαφθορά θα αναπαράγεται. Θα αρχίσει να υποχωρεί μόνο όταν το σύστημα καταστήσει την ικανότητα πιο αποδοτική από τη γνωριμία, την παραγωγικότητα πιο αποδοτική από την εύνοια και την παράκαμψη των κανόνων οικονομικά ασύμφορη. Αυτό απαιτεί ώριμους θεσμούς που να επιβραβεύουν την απόδοση, διαδικασίες που να μην μπορούν εύκολα να χειραγωγηθούν και μια κοινωνία που να αντιμετωπίζει το «βύσμα» όχι ως επιτυχία, αλλά ως ζημιά σε βάρος όλων.
Πρωτίστως, όμως, απαιτεί κουλτούρα ανταγωνισμού. Γιατί τον ανταγωνισμό τον φοβούνται όσοι έχουν μάθει να λειτουργούν μέσα από φράξιες, μηχανισμούς εύνοιας και κλειστά συστήματα προστασίας συμφερόντων, αντί να εκτίθενται στη σύγκριση, στην απόδοση και στην αξιοκρατία.
*Ο Δρ. Παναγιώτης Αγησιλάου είναι οικονομολόγος με ειδίκευση στα οικονομικά του ανταγωνισμού και Διευθύνων Σύμβουλος της Trojan Economics, της μοναδικής εταιρείας στην Κύπρο που παρέχει εξειδικευμένη οικονομική ανάλυση και συμβουλευτικές υπηρεσίες σε θέματα ανταγωνισμού, συγκεντρώσεων επιχειρήσεων, κρατικών ενισχύσεων, ρύθμισης αγορών και εμπορικών διαφορών. Κατέχει διδακτορικό τίτλο και δύο μεταπτυχιακούς τίτλους στα Οικονομικά από κορυφαία βρετανικά πανεπιστήμια, ενώ έχει αναγνωριστεί από το Lexology Index (πρώην Who’s Who Legal) ως ένας από τους σημαντικότερους οικονομολόγους παγκοσμίως σε θέματα ανταγωνισμού.
The post Το «βύσμα» δεν είναι απλώς διαφθορά. Είναι η απουσία κουλτούρας ανταγωνισμού. appeared first on moneymatters.cy.