Με κάθε ευκαιρία η Κυβέρνηση μάς διαβεβαιώνει ότι θέλει να μετατρέψει την Κύπρο σε περιφερειακό κέντρο τεχνολογίας, γνώσης, έρευνας και καινοτομίας. Μιλά για ένα σύγχρονο παραγωγικό μοντέλο, για προσέλκυση εταιρειών υψηλής τεχνολογίας και για μια οικονομία που θα στηρίζεται στη γνώση. Ωραίες λέξεις, φιλόδοξες διακηρύξεις και εντυπωσιακές παρουσιάσεις.
Μόνο που η πραγματικότητα των αριθμών είναι πολύ λιγότερο εντυπωσιακή. Η συνολική δαπάνη για Έρευνα και Ανάπτυξη στην Κύπρο περιορίζεται μόλις στο 0,68% του ΑΕΠ, όταν ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης βρίσκεται στο 2,24%. Δηλαδή, η Κύπρος επενδύει αναλογικά λιγότερο από το ένα τρίτο του ευρωπαϊκού μέσου όρου και παραμένει στις τελευταίες θέσεις της ΕΕ. Η εικόνα δεν αλλάζει επειδή οι κρατικές πιστώσεις αυξήθηκαν τα τελευταία χρόνια. Όταν ξεκινάς από τόσο χαμηλή βάση, ακόμη και ο διπλασιασμός δεν σημαίνει ότι κάλυψες το χάσμα.
Την ίδια ώρα, η Κυβέρνηση εξαγγέλλει προγράμματα για την επιστροφή των Κυπρίων επιστημόνων και επαγγελματιών που διαπρέπουν στο εξωτερικό. Το πρόγραμμα «Minds in Cyprus», το οποίο παρουσίασε προσωπικά ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης στο Λονδίνο, προβλήθηκε ως μια προσπάθεια μετατροπής του brain drain σε brain gain, ως κάλεσμα προς τα κυπριακά μυαλά να επιστρέψουν και να συμβάλουν στην ανάπτυξη της χώρας.
Να επιστρέψουν, όμως, πού και για να κάνουν τι; Σε ένα ερευνητικό περιβάλλον όπου οι πόροι παραμένουν δραματικά κατώτεροι από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο; Σε πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα που αναγκάζονται να κυνηγούν σχεδόν αποκλειστικά τα ευρωπαϊκά προγράμματα; Σε ένα σύστημα όπου αξιόλογες προτάσεις μένουν εκτός χρηματοδότησης, όχι επειδή στερούνται ποιότητας, αλλά επειδή τα διαθέσιμα κονδύλια του ΙδΕΚ δεν επαρκούν;
Οι επιστήμονες δεν επαναπατρίζονται με συνθήματα, φορολογικά κίνητρα και εκδηλώσεις δημοσίων σχέσεων. Επιστρέφουν όταν υπάρχουν σταθερές θέσεις εργασίας, ανταγωνιστικές απολαβές, σύγχρονες υποδομές, ερευνητική συνέχεια και πραγματική δυνατότητα να δημιουργήσουν. Όταν ένας νέος επιστήμονας δεν γνωρίζει αν θα υπάρχει χρηματοδότηση για το επόμενο στάδιο της έρευνάς του, η προτροπή «επέστρεψε στην Κύπρο» ακούγεται περισσότερο ως ευχή παρά ως σοβαρή κρατική πολιτική.
Βεβαίως, η αύξηση των κρατικών πιστώσεων για Έρευνα και Ανάπτυξη στα €112 εκατομμύρια για το 2025 αποτελεί θετική εξέλιξη. Δεν πρέπει, όμως, να χρησιμοποιείται ως άλλοθι. Τα €114 ανά κάτοικο εξακολουθούν να απέχουν πολύ από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο των €285. Και το γεγονός ότι σημαντικό μέρος της έρευνας χρηματοδοτείται από τις επιχειρήσεις και τα ευρωπαϊκά προγράμματα δεν απαλλάσσει το κράτος από τη δική του ευθύνη. Αντιθέτως, αναδεικνύει πόσο αναγκαία είναι μια ισχυρότερη, σταθερή και μακροπρόθεσμη δημόσια επένδυση.
Δεν γίνεται να φιλοδοξείς να καταστήσεις την Κύπρο περιφερειακό ερευνητικό και τεχνολογικό κέντρο, όταν διαθέτεις για την έρευνα ψίχουλα σε σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρώπη. Δεν γίνεται να καλείς τους επιστήμονες να επιστρέψουν, χωρίς να τους προσφέρεις το περιβάλλον μέσα στο οποίο θα μπορέσουν να εργαστούν και να εξελιχθούν. Και δεν γίνεται να μιλάς για οικονομία της γνώσης, αντιμετωπίζοντας τη γνώση ως δευτερεύουσα δημοσιονομική δαπάνη.
Η έρευνα δεν είναι πολυτέλεια ούτε διακοσμητικό στοιχείο μιας κυβερνητικής ομιλίας. Στην πραγματικότητα είναι επένδυση στην παραγωγικότητα, στην υγεία, στην τεχνολογία, στην ανταγωνιστικότητα και στο τέλος της ημέρας είναι επένδυση στο μέλλον του τόπου. Εάν η Κυβέρνηση πιστεύει πραγματικά όσα εξαγγέλλει, ας το αποδείξει στον προϋπολογισμό. Διαφορετικά, όλα όσα ακούμε για τεχνολογικούς κόμβους, περιφερειακά κέντρα και επαναπατρισμό επιστημόνων θα παραμένουν αυτό ακριβώς που λέει κι ο τίτλος: τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα…
Ω.